Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ



Ο μακαριστός μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, ο οποίος έφυγε από τα εγκόσμια πριν 28 χρόνια, στις 4 Ιουλίου του 1985, υπηρέτησε κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ως στρατιωτικός ιερέας στην Αλβανία. Οι μαρτυρίες που ακολουθούν είναι από το προσωπικό του ημερολόγιο και από προφορικές διηγήσεις του. Αποδεικνύουν, πώς η θεία Κοινωνία ήταν η μεγάλη δύναμη, που θωράκιζε τους Έλληνες αγωνιστές στο μέτωπο.


Θεία Λειτουργία στο μέτωπο, κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, που τελεί ο Στρατιωτικός Ιερεύς Αρχιμ. Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος.
…..9 Μαρτίου 1940. Ημέρα Κυριακή. Κυριακή της 'Ορθοδοξίας και μνήμη των αγίων Σαράντα.
Στο μέτωπο της Αλβανίας είναι παρών ο ίδιος ο Μουσολίνι και κατευθύνει προσωπικά την περίφημη εαρινή επίθεση.
Νιώθω μία ψυχική αγαλλίαση, συνδυασμένη με έντονη νευρικότητα. 
Ενώ δηλαδή νωρίς το πρωί ετοιμαζόμασταν για να τελέσουμε στο σπίτι που μέναμε τη θεία λειτουργία, ξαφνικά άρχισε καταιγισμός πυρός από όλμους του αντίπαλου πυροβολικού. 
- Παππούλη μου, μου λέει δ διοικητής, πώς να κάνουμε σήμερα λειτουργία;
- Σήμερα ακριβώς επιβάλλεται να λειτουργήσουμε, απάντησα εγώ, για να μπούμε κάτω από την προστασία του Θεού.
Ο διοικητής τελικά υποχώρησε, κι έτσι απολαύσαμε τη θεία μυσταγωγία με μία ωραία χορωδία 
από τούς στρατιώτες, ενώ ο γύρω χώρος είχε μεταβληθεί σε κόλαση φωτιάς.
Στη λειτουργία αυτή ζήσαμε τη θαυμαστή παρουσία του Χριστού.
Δυο φορές στη διάρκειά της οβίδες πυροβολικού έγλειψαν την άκρη του τοίχου του σπιτιού μας, 
έπεσαν στον απέναντι χώρο και βυθίστηκαν στο χώμα χωρίς να εκραγούν.
Αν έσκαζαν, θα σκοτωνόμασταν όλοι μέσα στο σπίτι... Τη μέρα αυτή κοινώνησαν ο υποδιοικητής, ο υπασπιστής και πολλοί στρατιώτες του συντάγματος.

Τελειώνοντας όμως τη λειτουργία, ένα θλιβερό γεγονός ήρθε να μας δώσει ένα καλό μάθημα. 
Μερικοί στρατιώτες, αντί να έρθουν να λειτουργηθούν, προτίμησαν να προφυλαχθούν μέσα σ' ένα υπόγειο χαράκωμα. 
Κι ενώ ο τόπος αυλακωνόταν από τις οβίδες, μία απ' αυτές έπεσε μέσα στο χαράκωμα, σκότωσε τέσσερις άνδρες και τραυμάτισε άλλους τρεις. Ο ένας μάλιστα βρέθηκε αποκεφαλισμένος...

Την Κυριακή, στις 30 Μαρτίου του '41, ξεκίνησα πολύ πρωί για το πρώτο τάγμα, όπου λειτούργησα και κήρυξα.
Κοινώνησαν γύρω στους πεντακόσιους άνδρες. το χέρι μου πιάστηκε και πονούσε φοβερά από τη συνεχή μετάδοση της θείας Κοινωνίας. 

    Άλλοτε πάλι αναγκάστηκα να λειτουργήσω γονατιστός σε αντίσκηνο, γιατί έξω έβρεχε συνεχώς. Οι στρατιώτες παρακολούθησαν τη θεία λειτουργία μέσα στη βροχή, και στο τέλος κοινώνησαν τα άχραντα Μυστήρια.

Τι συγκινητικό θέαμα! Μέσα στ' άγρια βουνά, και με βροχή, να προσέρχονται οι στρατιώτες, για να ενωθούν με τον Σωτήρα Χριστό. 
                                                                                 Από το βιβλίο Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία  
Εκδόσεις Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

Στρατιωτικός ιερέας ευλογεί τους οπλίτες πριν από τη μάχη.

Από το εκκλησιαστικό πρακτορείο ειδήσεων ΡΟΜΦΑΙΑ αναδημοσιεύουμε την επετειακή αφιέρωση του πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Ι. Μητροσύλη, εφημερίου Ι.Ν. Αγ.Τριάδας Μιδέας Αργολίδος, την οποία προσέφερε ως ελάχιστο δείγμα τιμής, σεβασμού και αγάπης για τα 28α μνημόσυνα του μακαριστού Μητροπολίτη Χρυσοστόμου.

28 χρόνια από την κοίμηση του Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσόστομου Δεληγιαννόπουλου


Ο Επίσκοπος της συγνώμης, της αγάπης, και της προσφοράς.


Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ είδε το φώς της ζωής στην πόλη της Ζακύνθου, στις 6 Απριλίου του 1916, ημέρα Τετάρτη.
Οι καλοί και ενάρετοι γονείς του Ιωάννης Δεληγιαννόπουλος και Αδαμαντία, το γένος Παναγιώτη Ιερέως Πυριόχου, απέκτησαν οκτώ παιδιά, αλλά επέζησαν τα πέντε. Ο Διονύσιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, ο Ανδρέας και η Αικατερίνη.
Ο Νικόλαος έμελλε να ανέλθει την ιερατική κλίμακα και να ποιμάνει τον φιλόχριστο λαό της Αργολίδας. 


Από παιδικής ηλικίας υπηρέτησε πλησίον πολλών Ιερομονάχων της Ι. Μονής Αγίου Διονυσίου και εφημερίων της πόλης.
Το πτυχίο της Θεολογίας απέκτησε το 1939. Κατά την διάρκεια των σπουδών του εκάρη μοναχός και διάκονος την 1/1/ 1938 οπό τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο (Δημητρίου), λαμβάνοντας και το εκκλησιαστικό όνομα Χρυσόστομος.
Το έτος 1939 διορίστηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και το 1940 τακτικός Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας. 


deligianoupolosΣε ηλικία μόλις 24 ετών, συνοδευόμενος οπό τον ιερέα παππού του Παναγιώτη Πυριόχο και τον θειο του ιερέα επίσης Αντώνιο Πυριόχο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατά την κήρυξη του ελληνοΐταλικού πολέμου κατετάγη ως Στρατιωτικός Ιερέας με τον βαθμό του Υπολοχαγού καθ΄ όλη την διάρκεια του πολέμου. 
Το 1941 τοποθετήθηκε ως Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος.
Στην κατοχή ίδρυσε ορφανοτροφείο και οργάνωσε καθημερινά συσσίτια για τα πεινασμένα παιδιά του Άργους στο προαύλιο του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου.
Εκεί, κατά τον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης, στις 14 -10 -1943, προστάτεψε πάνω από 100 παιδιά, βάζοντάς τα μέσα στην Εκκλησία, για να μη δίνουν στόχο στα αεροπλάνα και μιλώντας τους προσπάθησε να αμβλύνει τον τρόμο και να απαλύνει την αγωνία τους.
Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1960 πού διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. 


Στις 19 Νοεμβρίου 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος. Έκτοτε αφοσιώθηκε στο ποιμαντορικό του έργο, αναπτύσσοντας αξιόλογη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα.
Ίδρυσε οικοτροφείο και ορφανοτροφείο θηλέων στο Άργος και αρρένων στο Ναύπλιο, έκτισε τα αντίστοιχα κτίρια, έκτισε το μοναστηριακό συγκρότημα Αναβάλου μετά το Κιβέρι, τον Άγιο Βασίλειο Άργους και έδειξε μεγάλη επιμέλεια για τις μονές και πολλές ακόμα εκκλησίες της Μητρόπολης.
Οργάνωσε τα κατηχητικά σχολεία, ενίσχυε οικονομικά τους άπορους και πάσχοντες και τις πολύτεκνες οικογένειες, ίδρυσε τη Χριστιανική Εστία και οργάνωσε τις κατασκηνώσεις στον Ανάβαλο. 

Μελετητής και ερευνητής, με φωτισμένη την διάνοια και την σκέψη, φιλάνθρωπος και ελεήμων, χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στην ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.
Έγραψε την Ιστορία της Μητροπόλεως Αργολίδος, την Ιστορία των Μονών, τούς βίους των Αργείων Αγίων, μελέτη περί του μοναχικού βίου, περί του παρθενικού βίου κ.ἄ. Έφυγε από τα εγκόσμια στις 4.7.1985 στον «Ερυθρό Σταυρό» από οξύ έμφραγμα και ενταφιάστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον Άγιο Θεοδόσιο, όπου τοποθετήθηκε και η προτομή του.
Επίσης, άλλη μια προτομή του εκλιπόντος υπάρχει πριν από τη δυτική πύλη του Αγίου Πέτρου δεξιά.






Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Αλεξιπτωτιστές Ιερείς

Αλεξιπτωτιστές Ιερείς και αερομεταφερόμενες Εκκλησίες (βιντεο)

Στο πέρασμα των αιώνων η Εκκλησία έχει βρει πολλούς τρόπους για να προσεγγίσει ακόμη και τις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη αλλά αυτό που έχει κάνει η ρώσικη Εκκλησία σε συνεργασία με τον στρατό αν μην τι άλλο διεκδικεί βραβείο πρωτοτυπίας! 
Ιερείς που εκπαιδεύονται ως αλεξιπτωτιστές, πτυσσόμενοι φουσκωτοί Ναοί που μεταφέρονται με αεροπλάνα και στρατεύματα σε αφιλόξενες περιοχές συνθέτουν το σκηνικό του νέου δόγματος...
 της ρωσικής Εκκλησίας που όπως φαίνεται δεν σκοπεύει να αφήσει τίποτα στην τύχη του. 
Όπως θα δείτε στο βίντεο που ακολουθεί, οι γενειοφόροι στρατιώτες που εκπαιδεύονται στα αλεξίπτωτα δεν είναι απλοί στρατιώτες. 

Είναι κληρικοί του ρωσικού Πατριαρχείου που υπηρετούν στην θρησκευτική υπηρεσία του Στρατού...

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Ο ΦΟΝΟΣ ΕΝ ΠΟΛΕΜΩ

Ο ΦΟΝΟΣ ΕΝ ΠΟΛΕΜΩ

 ΠΩΣ ΣΥΜΒΙΒΑΖΕΤΑΙ  ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ:  

 "ΟΥ ΦΟΝΕΥΣΕΙΣ"  ΚΑΙ "ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ"


     Ένα βαθύτατο υπαρξιακό ερώτημα για όσους συνδυάζουν την ιδιότητα του χριστιανού και του πατριώτη ή του ευσυνείδητου στρατιωτικού είναι: πώς μπορούν να εφαρμόσουν το  χριστιανικό "Ου φονεύσεις" με τον έστω αναγκαστικό φόνο για την άμυνα της Πατρίδας σε έναν απρόκλητο και αμυντικό πόλεμο; Στο ερώτημα αυτό δίνει απάντηση στο συγκλονιστικό κήρυγμά του απευθυνόμενος σε στρατιώτες ένας γέροντας ιερέας σε ένα παραλιακό χωριό της Μάγχης λίγο πριν την απόβαση στην Νορμανδία κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ακριβώς το περιγράφει ο Αμερικανός συγγραφέας Ίρβινγκ Σόου στο πολύ παραστατικό βιβλίο του για τον πόλεμο:Ο χορός των Καταραμένων (έκδοση Μέλισσα, χχ, σσ. 272-280).
Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται με ερυθρού χρώματος στοιχεία ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα συμφραζόμενα, λίγο πριν και λίγο μετά το κήρυγμα, έχει δώσει απαντήσεις σε εναγώνια ερωτήματα επωνύμων στρατιωτικών, οι οποίοι μαζί με τον πατριωτισμό τους θεωρούν αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα τους και τη βαθειά χριστιανική τους πίστη. Στο κείμενο διατηρείται η γλώσσα και η ορθογραφία του μεταφραστή (Οθ. Αργυρόπουλου) και του εκδότη, τονισμένο μόνο κατά το μονοτονικό σύστημα.                                                   
                                                                                     
« Η Μάγχη απλωνόταν μπροστά του, τυλιγμένη στο γκρίζο παγερό χρώμα της. Η καταχνιά έκρυβε ακόμα τις γαλλικές ακτές. Στο τέλος του δρόμου, ένα μπρούτζινο μνημείο, καταφαγωμένο και μαυρισμένο από θαλασσινούς ανέμους. Ο Νόαχ διάβασε την επιγραφή, που θύμιζε πως από κει είχαν περάσει στον περασμένο πόλεμο Άγγλοι  στρατιώτες, τραβώντας για τη Γαλλία...
Ο Νόαχ σταμάτησε, κύτταξε τη θάλασσα. Η Γαλλία βρισκόταν εκπληκτικά κοντά. Τεντώνοντας τα μάτια του, σαν να ξεχώριζε με τη φαντασία του, απ’ αντίκρυ ένα καμιόνι που ξεπρόβαλλε στην κατηφοριά του δρόμου, όχι μακρυά από μιάν εκκλησία, που το καμπαναριό της υψωνόταν προς τον απέραντο ορίζοντα. θα ήταν το δίχως άλλο σκέφτηκε ο Νόαχ, ένα στρατιωτικό καμιόνι, γεμάτο φυσικά από Γερμανούς στρατιώτες, που πήγαιναν στην εκκλησία. Ήταν τόσο παράξενο να βλέπη από τόσο κοντά το εχθρικό έδαφος, ξέροντας πως ο εχθρός μπορούσε να τον δη από απέναντι, μέσα από τα κιάλια του. Σε κάθε πόλεμο, από τη στιγμή που δύο εχθροί θα συναντηθούν, φαίνεται λογικό να μην κάνουν τίποτ’ άλλο παρά να αλληλοσκοτωθούν. «Κι όμως, σκέφτηκε ο Νόαχ, τώρα που τους βλέπω από τόσο κοντά, μου φαίνεται πως δεν θα ήταν και τόσο εύκολο να τους σκοτώσω»....
Ο Νόαχ προσπέρασε. Σταμάτησε απέναντι από την εκκλησία. Ήταν ένα χαμηλόθωρο κτίριο από πελεκητή πέτρα, μ’ ένα βαρύ τετράγωνο καμπαναριό. Ο Θεός που λατρευόταν σ’ αυτήν την εκκλησία, θα έπρεπε να είναι ένας Θεός αυστηρός και ανελέητος, ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, ένας Θεός που επέβαλλε τον νόμο του χωρίς διακρίσεις και λεπτότητες. Ήταν ένας Θεός των απόκρημνων εκείνων βράχων, της θύελλας και της καταιγίδας, πολύ πιο πρόθυμος να αποδώση δικαιοσύνη παρά να χαρίσει την συγνώμη του. Υπήρχε ένα αντιαεροπορικό καταφύγιο στο κέντρο της πρασιάς, μια ζωοφόρος στην είσοδο του πρεσβυτερίου και στη γωνιά της πρασιάς, ένα μπλόκ από αντιαρματικά φράγματα, για να σταματήσουν με αυτά τους Γερμανούς, που δεν είχαν υπερφαλαγγίσει εκείνες τις απόκρημνες ακτές, όπως είχαν υποσχεθεί να το κάνουν στα 1940.
Η λειτουργία είχε αρχίσει. Οι πιστοί έψελναν έναν εκκλησιαστικό ύμνο, με την συνοδεία του οργάνου, κυριαρχούσαν οι φωνές των παιδιών και των γυναικών. Κάτι τον έσπρωξε τον Νόαχ και μπήκε στην εκκλησία.
Δεν ήταν πολυάριθμο το εκκλησίασμα. Ο Νόαχ πήγε και κάθισε στο βάθος της εκκλησίας, σ’ έναν από τους αδειανούς ξύλινους πάγκους. Τα πιο πολλά απ’ τα παράθυρα είχαν τα τζάμια τους σπασμένα, κάμποσα απ’ αυτά τα είχαν ψευτοβουλώσει με χαρτόνια, άλλα είχαν απομείνει έτσι, όπως τα είχαν καταντήσει οι βομβαρδισμοί. Ο άνεμος που έφτανε από τη Μάγχη χωνόταν από τις ανοιχτές τρύπες, ανέμιζε τα φορέματα, ξεφύλλιζε τις σελίδες από τις βίβλους, ανακάτωνε τα μαλλιά του παπά, που στεκόταν όρθιος, σαν βυθισμένος στα όνειρά το, σαλεύοντας πέρα – δώθε το κορμί του στον ρυθμό του εκκλησιαστικού ύμνου, θυμίζοντας έτσι με το λεπτό ρυτιδωμένο πρόσωπό και χιονόλευκα μαλλιά του κάποιον γέρο αστρονόμο ή κάποιον γέρο πιανίστα, που ήσαν τόσο απορροφημένοι από τις φούγκες τους και τ’ αστέρια τους, για να σκεφτούν να πάνε στο κουρείο.
            Ο Νόαχ δεν είχε πάει ποτέ του στη συναγωγή. Η ακατάπαυστη ρητορική, οι απέραντες γνώσεις του πατέρα του πάνω στην εκκλησιαστική φιλολογία, είχαν καταφέρει να συσκοτίσουν την ιδέα του Θεού στο μυαλό του Νόαχ. Κι από τον καιρό που βρισκόταν στο στρατό, δεν είχε αισθανθεί ποτέ την επιθυμία να συζητήσει με τους στρατιωτικούς ιερείς, τόσο τους Χριστιανούς όσο και τους Εβραίους. Του φαίνονταν όλοι τους τόσο στρατιώτες, τόσο προσγειωμένοι, τόσο όμοιοι με τους άλλους λοχαγούς και διοικητές του στρατεύματος, για να μπορέσουν να του προσφέρουν μιαν αποφασιστική βοήθεια στις πνευματικές του ανησυχίες. Φανταζόταν πάντοτε, πως αν πήγαινε να τους πη: «Πάτερ μου, αμάρτησα» ή «πάτερ μου, η κόλαση με τρομάζει», εκείνοι θα περιορίζονταν να τον χτυπήσουν στην πλάτη, να του θυμίσουν ένα άρθρο των στρατιωτικών κανονισμών και να τον στείλουν να καθαρίση το τουφέκι του.
Παρακολούθησε αφηρημένος την λειτουργία. Σηκώθηκε την ίδια στιγμή που σηκώθηκαν κι οι άλλοι, κάθισε την ίδια ώρα μαζί τους, άκουσε, χωρίς να προσπαθή να καταλάβη, τα λόγια, τις μελωδίες των ψαλμών, πολεμώντας όλη την ώρα να μη χάνη από τα μάτια του ούτε στιγμή την λεπτή και κουρασμένη φυσιογνωμία του παπά.
Ύστερα το εκκλησίασμα έκλεισε τις βίβλους, τα παιδιά σταμάτησαν να ψέλνουν, τα δυό μακρυά σκελετωμένα χέρια του παπά συμπλέχτηκαν πάνω στον άμβωνα και ο γέροντας άρχισε το κήρυγμά του.
Στην αρχή, ο Νόαχ δεν ξεχώριζε τα λόγια. Το πνεύμα του κοιμόταν, σαν να άκουγε μουσική, χωρίς να παρακολουθή με προσοχή την μελωδία ή την εξέλιξη του συμφωνικού θέματος. Ο παπάς είχε μια γλυκιά και σοβαρή γεροντική φωνή, που πότε – πότε χανόταν μέσα στη βουή του ανέμου που γλυστρούσε μέσα από σπασμένα τζάμια. Ήταν μια φωνή χωρίς το παραμικρό επαγγελματικό πάθος, χωρίς κανένα τελετουργικό ρυθμό, μια φωνή λυτρωμένη από τις συνηθισμένες λειτουργικές διδαχές, μια φωνή τόσο βαθειά θρησκευτική, που ωστόσο είχε πάψει από καιρό να είναι φωνή ενός παπά.

« ... Η αγάπη έλεγε ο γέροντας, η αγάπη, ίδια προσταγή του Χριστού, δεν δέχεται, δεν δέχεται καμμιά διάκριση, κανέναν υπολογισμό, καμμιάν υποχώρηση, καμμιά διαφορά στην ερμηνεία της. Μας λεν να αγαπάμε τον γείτονά μας σαν κι εμάς τους ίδιους, και τον εχθρό μας σαν αδελφό μας, κι αυτές οι λέξεις είναι τόσο ξεκάθαρες, και τόσο απλές στη σημασία τους σαν το βαρίδι που βάζουμε στην πλάστιγγα της ζυγαριάς, για να ζυγιάσουμε τις πράξεις μας.
» Κατοικούμε πάνω στη Μάγχη, μα όχι στις όχθες της Μάγχης. Κατοικούμε ανάμεσα στα φύκια και τα χαλίκια που τα έχουν στιλβώσει οι παλίρροιες, ανάμεσα στις αλυκές και τα κόκκαλα  εκείνων που έχουν πνιγεί μέσα στα σκοτεινά βάραθρα, και πάνω από τα κεφάλια μας ξεσπούν οι χείμαρροι του μίσους του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και προς τον Θεό. Ζούμε ανάμεσα στα κανόνια, και οι φωτιές των κεραυνών μάς εμποδίζουν να ακούσουμε τη γλυκειά φωνή του Θεού ανάμεσα από τις κραυγές της εκδικήσεως. Βλέπουμε τις πολιτείες μας να γίνωνται σκόνη κάτω από τις εχθρικές βόμβες, και θρηνούμε τα παιδιά μας που πέφτουν πρόωρα κάτω από τις σφαίρες του εχθρού, και χτυπάμε με τη σειρά μας, άγρια, σκληρά, με όλη τη δύναμη του μίσους μας τα δικά τους παιδιά και τις δικές τους πολιτείες. Ο εχθρός είναι πιο άγριος από την τίγρη, πιο αδηφάγος κι απ’ το σκυλόψαρο, πιο ανελέητος κι από το λύκο. Και για να υπερασπιστούμε τις αρχές μας της τιμής και της μετριοπάθειας, γινόμαστε πιο πολύ τίγρεις, λύκοι και σκυλόψαρα κι απ’ αυτόν τον ίδιον. Θα μπορέσουμε να ισχυριστούμε, στο τέλος αυτού του πολέμου, πως θα έχουμε κερδίσει τη νίκη; Οι αρχές που υπερασπίζουμε, εξαφανίζονται με τις νίκες μας, όπως δεν θα χάνονταν ποτέ με τις ήττες μας. Οι προσευχές που βγαίνουν από τις καρδιές μας που έχουν σκληράνει, φτάνουν ακόμα ίσαμε το Θεό κάθε Κυριακή, ύστερα από μια βδομάδα που έχει περάσει με το να σκοτώνουμε αθώους, να αφανίζουμε με τις βόμβες μας εκκλησίες και μουσεία, να καίμε βιβλιοθήκες, να θάβουμε μητέρες και παιδιά μέσα στο ατσάλι και το μπετόν, που έχουν γίνει τα σύμβολα του αιώνα μας;
» Μην κομπάζετε, διαβάζοντας στις εφημερίδες σας, για τις εκατοντάδες τόννους  από βόμβες που σπείρατε στην τύχη πάνω στη δύστυχη γη της Γερμανίας, γιατί θα σας αποκριθώ πως ρίξατε αυτές τις βόμβες καταπάνω μου, καταπάνω στον παπά σας, στην εκκλησία σας, καταπάνω σε σας τους ίδιους και τον ίδιο το Θεό σας. Ιστορήστε μου καλύτερα πως κλάψατε αφού σκοτώσατε τον Γερμανό, που είχε σταθεί αντίκρυ σας πάνοπλος και επικίνδυνος, και τότε εγώ θα σας αποκριθώ: είσαστε οι υπερασπιστές μου και οι υπερασπιστές της εκκλησίας μου και της Αγγλίας μου.
» Βλέπω πολλούς στρατιώτες ανάμεσά στο σημερινό εκκλησίασμα και ξέρω πως έχουν το δικαίωμα να με ρωτήσουν: «Τι είναι για έναν στρατιώτη η αγάπη του πλησίον; Πώς μπορεί ένας στρατιώτης να σέβεται τον λόγο του Χριστού; Πώς μπορεί ένας στρατιώτης να αγαπάει τους εχθρούς του;». Και εγώ θα τους αποκριθώ: Σκοτώστε χωρίς μίσος και χωρίς την επιθυμία του σκοτωμού, με τη συναίσθηση της τραγωδίας και της αμαρτίας, μιας αμαρτίας που βαραίνει το ίδιο σε σας όσο και στο θύμα σας. Γιατί, τι άλλο από την αδιαφορία σας, από την αδυναμία σας, κι από την απληστία σας είναι εκείνα που οπλίζουν το χέρι σας και το οδηγούν  για να σκοτώνετε στα πεδία της μάχης; Αγωνίστηκε, έκλαψε, ικέτεψε ο εχθρός σας και σεις αποκριθήκατε: Δεν ακούω τίποτα. Ύστερα, ξανάπιασε το όπλο του και σεις είπατε: Τώρα τον ακούω. Ας τον σκοτώσουμε.
» Σκοτώστε τον, συνέχιζε τώρα ο ιερέας με μια φωνή που άρχιζε να αδυνατίζη.  Σκοτώστε τον, αφού αυτό είναι το χρέος σας, αφού μέσα απ’ τις αδυναμίες και τα σφάλματά μας, δεν μπορέσαμε να βρούμε άλλον δρόμον που να μας οδηγή προς την ειρήνη, σκοτώνετε όμως με τύψεις, με πόνο, σκοτώνετε με οίκτο, με φειδώ και με περίσκεψη, χωρίς εκδικητικό πνεύμα, γιατί η εκδίκηση είναι έργο μόνο του Κυρίου. Ένα μόνο να έχετε υπ’ όψει σας: πως κάθε ζωή που ανακόπτετε το δρόμο της, φτωχαίνει την ίδια την δικιά σας ζωή.
» Ελάτε, τέκνα μου. Ξανανεβήτε από το βάραθρο της Μάγχης, πάψτε να είστε έρμαια των παθών σας. Αγωνιζόμαστε με μακελλάρηδες, ας μη λερώνουμε όμως τα χέρια μας στα σφαγεία τους. Μην κάνουμε τους εχθρούς μας φαντάσματα, ας τους κάνουμε πιότερο αδελφούς μας. Αν κρατάμε την ρομφαία του Θεού στα χέρια μας, καθώς διατεινόμαστε, ας θυμόμαστε πως αυτή η ρομφαία είναι φτιαγμένη από ευγενικό ατσάλι κι ας μην επιτρέψουμε να μεταβληθή, μέσα στα ίδια μας τα χέρια σε άτιμο δολοφονικό μαχαίρι.».
Ο γέροντας αναστέναξε κι άρχισε να τρέμη, αλαφρυά, από τον άνεμο που έμπαινε από τα παράθυρα και του ανακάτωνε τα μαλλιά και τάρριχνε στο μέτωπό του. Στύλωσε το βλέμμα του στο κενό, πάνω από τα κεφάλια των πιστών του, λες κι ανάμεσα από τις ονειροπολήσεις του, είχε λησμονήσει ολότελα την παρουσία τους. Ύστερα, χαμήλωσε τα μάτια κατά τους μισοάδειους πάγκους και χαμογέλασε.
Τώρα, όλο το εκκλησίασμα μουρμούριζε μια τελευταία προσευχή, έψελνε έναν τελευταίο θρησκευτικό ύμνο. Ο Νόαχ όμως δεν τους άκουγε. Τα λόγια του γέρου –παπά του είχαν προκαλέσει έναν παράξενο ερεθισμό, του είχαν ξυπνήσει μέσα του μιαν απέραντη τρυφερότητα για κείνον τον γέροντα, μια τρυφερότητα για τους ανθρώπους που τον περιστοίχιζαν, για τους στρατιώτες που αγρυπνούσαν ορθοί κοντά στα κανόνια τους, έστω κι από την άλλη μεριά της Μάγχης, για κάθε τι που ζούσε κι ήταν έτοιμο να πεθάνη. Τον πλημμύριζαν από μια μυστηριακή ελπίδα. Λογικά, δεν θάπρεπε να συμφωνήση με τα λόγια του γέροντα. Μα κι ο ίδιος είχε ξεκινήσει με τον προορισμό να σκοτώνη, ο Νόαχ το καταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο να είναι τόσο αυστηρά χριστιανός, όσο το ζητούσε ο γέρο-παπάς. Αν το επιχειρούσε, αυτό θα βάραινε στην τύχη του ίδιου του στρατού του και θα έδινε στον εχθρό, λιγότερο λεπτολόγο και ευσυνείδητο από τον ίδιον, ένα πλεονέκτημα, που αργά ή γρήγορα θα μπορούσε να του στοιχίση την ίδια του τη ζωή. Ωστόσο, το κήρυγμα του γέρο-λειτουργού τον γέμιζε ελπίδα. Αν σε μιαν τέτοια ώρα και σ’ έναν τέτοιο τόπο, που μόλις είχε σκορπίσει ο καπνός απ’ τις οβίδες που είχαν πέσει πριν λίγο, μέσα σε μιαν εκκλησία ακρωτηριασμένη από τον πόλεμο, ανάμεσα σε τραυματισμένους στρατιώτες και πολίτες που πονούσαν για τους αγαπημένους τους που είχαν χάσει, μια φωνή μπορούσε να υψωθή , κηρύσσοντας με πάθος την αδελφοσύνη και την ευσπλαχνία, χωρίς τον φόβο των απαγορεύσεων και των αντεκδικήσεων, τότε ο κόσμος δεν είχε ακόμα ολότελα χαθεί. Από την άλλη πλευρά της Μάγχης,  ο Νόαχ το ήξερε, δεν μπορούσε να υψωθή μια παρόμοια φωνή, από την άλλη πλευρά της Μάγχης, βρίσκονταν άνθρωποι που αργά ή γρήγορα θα γνώριζαν την ήττα. Ο κόσμος δεν θα έπεφτε στα χέρια τους αλλά στα χέρια τα δικά τους, στα χέρια των ανθρώπων αυτών που κάθονταν γύρω του και πολλοί απ’ αυτούς νύσταζαν λιγάκι μπροστά στα μάτια του γέρο-παπά που τους κυττούσαν τώρα γεμάτα συγκατάβαση. όσο θα μπορούσαν ν’ ακούγωνται τέτοιες φωνές στον κόσμο, σκεπτόταν ο Νόαχ, ο γιος του και ο γιος του γιου του, θα ζούσαν σε μιαν εποχή γεμάτη από εμπιστοσύνη κι από ελπίδα...».

- Αμήν, είπε ο γέρο-λειτουργός.
      - Αμήν, επανέλαβε το εκκλησίασμα.
Ο Νόαχ σηκώθηκε αργά-αργά και βγήκε. Άμα έφτασε στην πόρτα, σταμάτησε και περίμενε. Στο προαύλιο της εκκλησίας, ένα παιδί με τόξο και μ’ ένα βέλος στα χέρια, σημάδευε ένα από τα αντιαρματικά φράγματα. Δεν πέτυχε το στόχο του, σήκωσε το πεσμένο βέλος του και σημάδεψε για δεύτερη φορά.
Ο παπάς ήρθε ως την πόρτα κι  έσφιγγε τα χέρια του καθενός από τους ενορίτες του, καθώς αυτοί περνούσαν από μπρος του, βιαστικοί να ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους για το Κυριακάτικο ψητό. Τα μαλλιά του ανέμιζαν στον αέρα και ο Νόαχ πρόσεξε πως τα χέρια του γέροντα έτρεμαν σαν φύλλα. Έμοιαζε να είναι πολύ γέρος και διάφανος σαν το γυαλί.
Ο Νόαχ περίμενε ως που να διαλυθή το εκκλησίασμα. Ύστερα, την στιγμή που ο παπάς ετοιμαζόταν να γυρίση πίσω στην εκκλησία, τον σταμάτησε.
              - Πάτερ μου, ρώτησε, χωρίς καλά- καλά να ξέρη τι λογάριαζε να του πη, ανίκανος να αποδώση με λόγια εκείνο το κύμα της ελπίδας και της ευγνωμοσύνης που τον συνέπαιρνε, πάτερ μου, ξανάπε, σας άκουσα που μιλούσατε... λυπάμαι που δεν μπορώ να το εκφράσω με καλύτερα λόγια, αλλά ...  σας ευχαριστώ.
Ο γέροντας στάθηκε και τον κύτταξε. Τα σκοτεινά του μάτια, χάνονταν μέσα στις ρυτίδες. Ανασήκωσε τους ώμους και έσφιξε το χέρι του Νόαχ. Το χέρι του ήταν στεγνό κι είχε μια τέτοια διαφάνεια  που ο Νοαχ το έσφιξε με προσοχή, σαν να φοβόταν μήπως το σπάσει.
- Ευχαριστώ, άκουσε να του λέη ο γέρο-λειτουργός. Σε σας τους νέους απευθύνομαι το πιο πολύ, γιατί από σας εξαρτάται να πάρτε τις αποφάσεις σας...Ευχαριστώ.
Εξέτασε περίεργα τη στολή του Νόαχ.
- Α, Καναδός, δεν ειν’ έτσι; τον ρώτησε ευγενικά.
Ο Νόαχ δεν μπόρεσε να μην χαμογελάση.
- Όχι, πάτερ μου, Αμερικανός.
- Αμερικανός. Α, έκανε ο γέροντας με αμηχανία. Α, ναι! βέβαια.
Ο Νόαχ είχε την εντύπωση πως ο παπάς δεν το είχε χωνέψει ακόμα για τα καλά πως η Αμερική είχε βγει στον πόλεμο, πως θα του το είχαν πει και θα το είχε λησμονήσει δώδεκα φορές τουλάχιστον, και ακόμα οι στολές δεν διαφέραν μεταξύ τους.
- Καλώς ωρίσατε, είπε ο γέροντας, μ’ ένα πιο ζεστό τόνο στη φωνή του τώρα. .. Α, πρόσθεσε ξαφνικά, ρίχνοντας μια ματιά στα παράθυρα της εκκλησίας, συγχωρείστε μας για τα σπασμένα τζάμια. Φοβάμαι μήπως αρπάξατε κανένα κρυολόγημα.
- Όχι, πάτερ μου, είπε ο Νόαχ, και δεν μπόρεσε για άλλη μια φορά να μην χαμογελάση. Ούτε που το πρόσεξα.
- Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας... Η Αμερική,  χμ... έκανε ξανά αμήχανος ο γέρο-παπάς. Ο Θεός να σας ευλογή, τέκνον μου, συνέχισε, και να μπορέσετε να γυρίσετε ξανά στο σπίτι σας και να ξαναβρήτε όλα τα προσφιλή σας πρόσωπα, όταν θα πάρουν τέλος οι φοβερές αυτές ημέρες που μας περιμένουν.
- Έκανε μερικά βήματα στο εσωτερικό της εκκλησίας, γύρισε απότομα και ξανάρθε κοντά στον Νόαχ.
- Πές τε μου, τέκνον μου, ρώτησε.
Φαινόταν να έχη ξαναβρεί ξαφνικά την φλογερή ορμή ενός νέου,
- Πες τε μου ειλικρινά: με περνάτε για έναν γέρο-ξεκούτη;
Άρπαξε τον Νόαχ από το μπράτσο, σφίγγοντάς το με μιαν αλόγιαστη δύναμη.
- Όχι πάτερ μου, έκανε μαλακά ο Νόαχ. Πιστεύω πως είσαστε ένας σπουδαίος άνθρωπος.
Ο γέροντας έρριξε στον Νόαχ ένα διαπεραστικό βλέμμα. Αναζητούσε χωρίς άλλο να εξακριβώση αν ο Νόαχ μιλούσε ειλικρινά ή κοροϊδευόταν.  Μήπως απόφευγε, από σεβασμό προς την ηλικία του, να εναντιωθή στις αναχρονιστικές του ιδέες. Φάνηκε ικανοποιημένος από την εξέτασή του. Άφησε το μπράτσο του Νόαχ, προσπάθησε να του χαμογελάση. Το πρόσωπό του έτρεμε ολόκληρο.
- Υιέ μου, ω υιέ μου... μουρμούρισε.
Κούνησε την ίδια στιγμή το κεφάλι.
- Οι γέροι, έλεγε τώρα, δεν ξέρουν τις πιο πολλές φορές σε ποιον κόσμο ζουν, ούτε αν μιλούν για τα λίκνα ή για τους τάφους... πρόσωπα που είναι πεθαμένα εδώ και πενήντα χρόνια και μιλάω γι’ αυτούς... Πόσων χρονών είσαστε, τέκνον μου;
- Είκοσι τριών, είπε ο Νόαχ.
- Είκοσι τριών, επανέλαβε ο παπάς. Είκοσι τριών χρόνων...
Σήκωσε το χέρι, άγγιξε το μάγουλο του Νόαχ.
- Ένα ζωντανό πρόσωπο, μουρμούρισε. Ζωντανό. Θα προσευχηθώ για σας, παιδί μου.
Ευχαριστώ, λοχα... πάτερ μου, είπε ο Νόαχ. Οι στρατιωτικοί ιερείς ξέρετε είναι γενικά όλοι τους λοχαγοί, συνέχισε φανερά στενοχωρημένος για το λάθος του.
- Λοχαγέ μου... έκανε κι ο γέροντας. Σας τα μαθαίνουν αυτά στο στρατό;
- Ναι, πάτερ μου.
-Τι τρομερό Θεέ μου, πόσο μισώ τους στρατούς!
Μισόκλεισε τα μάτια, για μια στιγμή φάνηκε να ξεχνάη τι είχε να κάνη, έρριξε γύρω του ένα αφηρημένο βλέμμα.
- Να ξανάρθετε μιαν άλλη Κυριακή, είπε κι η φωνή του έδειχνε τώρα κουρασμένη. Ίσως να έχουμε βάλει καινούργια παράθυρα.
Γύρισε απότομα την ίδια στιγμή, χάθηκε στο μισοσκόταδο της εκκλησίας.»


                Το συγκλονιστικό αυτό κείμενο, το οποίο είχα μελετήσει στα φοιτητικά μου χρόνια επηρέασε ίσως ασυναίσθητα και την προσωπική μου επιλογή να εργαστώ ιεραποστολικά όχι σε μια ενορία ή σε ένα μοναστήρι, αλλά σε ένα χώρο που νέοι άνθρωποι προβληματίζονται με τέτοια υπαρξιακά ερωτήματα. Τα ίδια αυτά ερωτήματα προβλημάτισαν και εμένα προσωπικά ως συνειδητό χριστιανό, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας σε νησί του Ανατολικού Αιγαίου, πριν ακόμα χειροτονηθώ ιερέας, και έδωσα τότε τις κατάλληλες απαντήσεις. Αυτό όμως που πάντα υποστήριζα ως στρατιωτικός ιερέας κατά τα είκοσι και πλέον χρόνια της υπηρεσίας μου σε κηρύγματα και σε ομιλίες σε όλα τα στρατιωτικά ακροατήρια, σε Κέντρα Νεοσυλλέκτων, σε παραγωγικές σχολές των ΕΔ, σε πλοία και σε παραμεθόρια φυλάκια, σε βουνά και σε νησιά, ακόμα και σε φιλοπόλεμες Ειδικές Δυνάμεις ήταν πως ο Ελληνικός Στρατός δεν είναι ένα εργαστήριο μίσους εναντίον κανενός εχθρού, αλλά ένα εργαστήριο αγάπης και αυτοθυσίας, αγάπης προς την Πατρίδα και αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Αγάπης σαν αυτή που παραγγέλνει ο Χριστός μας προς όλους τους μαθητές του: "Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού" (Ιωάν. 15,13) και πως, πάνω απ΄ όλα "Ο Θεός αγάπη εστί" (Α΄Ιωάννου 4,8). Μόνο από την πίστη αυτή εμπνεόμενοι μπορούμε να μεγαλουργήσουμε ως Έθνος και ως Πολιτισμός σε περίοδο ειρήνης και σε καιρό πολέμου. Αν γνωρίζουν οι όποιοι εχθροί ότι αγαπούμε τόσο πολύ, μέχρι τρέλας, την Πατρίδα, ώστε πρόθυμα να είμαστε αποφασισμένοι να θυσιαστούμε γι αυτήν (η τρέλα και ο ηρωισμός άλλωστε δεν απέχουν πολύ) δε θα τολμήσουν ποτέ να δοκιμάσουν την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου λαού. Ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης ομολογούσε στα Απομνημονεύματά του πως “όταν πήραμε τα όπλα μας ο κόσμος μας θεωρούσε τρελούς”, κι πως “αν δεν είμεθα τρελοί δε θα εκάναμεν την Επανάστασιν”.
           Όταν, για παράδειγμα, μετά την καταστροφή της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο, τον Ιούνιο του 1822, ρώτησαν τον Κανάρη πώς κατόρθωσε ένα τέτοιο ανδραγάθημα τους απάντησε πως το βράδυ εκείνο, πριν ξεκινήσει με τα πυρπολικά, επήγε και μετάλαβε μαζί με τους συντρόφους του των αχράντων μυστηρίων και παρακάλεσα, είπε, την Παναγία να οδηγήσει το χέρι μου για να πετύχει ό,τι αυτή θελήσει για την τιμωρία των σφαγέων των χιλιάδων αθώων αμάχων της Χίου. Όταν βγήκα από την Εκκλησία είπα, συνεχίζει ο Κ. Κανάρης, Κωσταντή απόψε θα πεθάνεις. Έ, από εκείνη τη στιγμή δε φοβόμουν τίποτα πια.
            Με την ελπίδα της μικρής ωφελείας από την ανάγνωση των παραπάνω σκέψεων και προβληματισμών εύχομαι
              Καλό σταυρώσιμο και Αναστάσιμο Πάσχα. 
   Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Δ. Μαρμαρινός     


Συνταγματάρχης (ΣΙ), Ιερέας ΓΕΝ-ΣΝΔ.

                                                                                  

Τρίτη 9 Απριλίου 2013


Ο στρατιωτικός ιερέας που «ανάστησε» την Ορθοδοξία στην Κορέα.

Επειδή οι εξελίξεις στη Βόριο Κορέα φέρνουν και πάλι στην επικαιρότητα την ασιατική Χερσόνησο, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στην Ορθοδοξία που έχει αγκαλιάσει τους Κορεάτες, παρά τις δυσκολίες που έχει συναντήσει από τον περασμένο αιώνα. Μάλιστα στη Βόρεια Κορέα υπάρχει ένας και μοναδικός Ορθόδοξος Ναός, στην πρωτεύουσα Πιονγκγιάνγκ, αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα.
Μέσα από το μικρό αυτό αφιέρωμα θα αναφερθούμε στον άγνωστο ρόλο που διαδραμάτισε ένας στρατιωτικός ιερέας του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος. Με τις προσπάθειες αυτού του ιερέα, η Ορθοδοξία ξαναβρήκε το δρόμο της στην Κορέα.
Η ιστορία της Ορθοδοξίας στην Κορέα ξεκινά το 1900, όταν το Πατριαρχείο Ρωσίας στέλνει ιεραποστολικό κλιμάκιο. Ακολούθησαν δύσκολα χρόνια, με διώξεις των Ορθοδόξων από τους Ιάπωνες που είχαν καταλάβει τη Χερσόνησο.
Το 1953 έχουμε την λήξη του πολέμου της Κορέας και τότε γίνεται η αναστήλωση από το εκστρατευτικό Σώμα της Ελλάδος του Ι.Ν.Αγίου Νικολάου ,που καταστράφηκε κατά τον πόλεμο,με την πρωτοβουλία του Έλληνα στρατιωτικού ιερέα Αρχιμ.Ανδρέα Χαλκιόπουλου .Συγχρόνως γίνεται και η αναδιοργάνωση της Ορθόδοξης Κοινότητας Σεούλ.
 
Οι Έλληνες κληρικοί, του εκστρατευτικού σώματος προσπάθησαν, όσο ήταν δυνατόν, να ανακουφίσουν τους Ορθοδόξους Κορεάτες. Άρχισαν να τελούν και πάλι την θείαΛειτουργία στην Σεούλ και να αναζητούν τον γηγενή Ορθόδοξο πληθυσμό. Με έρανο μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτικών ανακαινίσθηκε ο ναός του Άγ. Νικολάου και οι Ορθόδοξοι Κορεάτες άρχισαν να επανέρχονται στην Σεούλ. Η πρώτη θεία Λειτουργία στον νέο ναό έγινε την 29η Νοεμβρίου 1953., από όπου και η ιστορική φωτογραφία, με τον αρχιμανδρίτη Ανδρέα Χαλκιόπουλο.


Στη συνέχεια η Ορθόδοξη Κοινότητα έκρινε ότι ο πιο κατάλληλος για την θέση του ιερέα ήταν ό Κορεάτης Bόρις Μούν (Moon Yi-Han). Γεννημένος το 1910, φοίτησε στο σχολείο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής. Δεν είχε κάνει θεολογικές σπουδές, αλλά προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του να εκτελεί με συνέπεια τα καθήκοντα του, μαθαίνοντας πολλά από προσωπική μελέτη. Ήταν πολύ ευσεβής και από πολύ μικρός δεν έλλειπε ποτέ από τις Ακολουθίες, ενώ συμμετείχε σε όλες τις εκκλησιαστικές δραστηριότητες. Υπήρξε για χρόνια βοηθός και γραμματέας του π. Αλεξίου Κίμ (σπουδαίος κληρικός που διακονούσε την Ορθοδοξία στην Κορέα πριν τον πόλεμο του 1950) και γνώριζε καλά τα εκκλησιαστικά.

Για να χειροτονηθεί όμως ο Βόρις. Μούν έπρεπε να πάει στο Τόκυο, όπου υπήρχε ό πλησιέστερος στην Κορέα κανονικός Ορθόδοξος Επίσκοπος. Το 1954 δεν υπήρχαν διακρατικές σχέσεις μεταξύ Κορέας και Ιαπωνίας και κανείς κορεάτης δεν επιτρεπόταν να φύγει από την χώρα. Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί κάποιος τρόπος για την μετάβαση του Bόριδος Μούν στο Τόκυο.

Ο ιερέας του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος Αρχιμανδρίτης π. Ανδρέας Χαλκιόπουλος μεσολάβησε στον Αμερικανικό στρατό και ο Bόρις Μούν, μεταμφιεσμένο σε μαύρο Αμερικανό στρατιώτη, περιελήφθη σε ομάδα πεζοναυτών οι όποιοι πήγαιναν στην Ιαπωνία, όπου έφθασε με μεταγωγικό αεροπλάνο του Αμερικάνικου στρατού συνοδευόμενος από τον π. Ανδρέα.



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ, Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Οι αρχές του κοινωνικού δόγματος 

της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Εκδηλώσεις μνήμης στο Βορόνεζ επί τ 70η επετείω των επιθετικών επιχειρήσεων του σοβιετικού στρατού στον ποταμό Ντον
VIII.1. Ο πόλεμος αποτελεί ένα φυσικό φαινόμενο της κρυφής πνευματικής ασθένειας της ανθρωπότητας, δηλαδή του αδελφοκτόνου μίσους (Γεν. 4. 3-12). Οι πόλεμοι συνοδεύουν όλη την ιστορία της ανθρωπότητας μετά την πτώση και σύμφωνα με το λόγο του Ευαγγελίου,θα τη συνοδεύουν και στο μέλλον: «ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι» (Μκ. 13. 7). Περί αυτών μαρτυρεί και η Αποκάλυψη, αφηγούμενη την έσχατη μάχη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και κακού δίπλα στο όρος Αρμαγεδδών  (Αποκ. 16. 16). Οι επίγειοι πόλεμοι αντικατοπτρίζουν τον ουράνιο πόλεμο, διότι είναι καρποί της υπερηφάνειας και της αντίστασης στο Θείο θέλημα. Τραυματισμένος από την αμαρτία ο άνθρωπος αναμείχθηκε σε αυτόν τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι κακό και η αιτία του, όπως και η αιτία του κακού μέσα στον άνθρωπο γενικότερα, είναι μια αμαρτωλή κατάχρηση της θεοδώρητης ελευθερίας, «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Μθ. 15. 19).
Ο φόνος, χωρίς τον οποίο δεν υφίστανται οι πόλεμοι, θεωρείτο βαρύ έγκλημα ενώπιον του Θεού ήδη από την αυγή της ιερής ιστορίας. «Οὐ φονεύσης», αναφέρει ο μωσαϊκός νόμος (Εξ. 20. 13). Στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και σε όλες τις αρχαίες θρησκείες, το αίμα είχε ένα ιερό χαρακτήρα, διότι το αίμα είναι η ζωή (Λευ. 17. 11-14). «Το αίμα μιάνει τη γη», αναφέρεται στην Αγία Γραφή. Όμως το ίδιο βιβλικό κείμενο προειδοποιεί όσους καταφεύγουν στη βία: «καὶ οὐκ ἐξιλασθήσεται ἡ γῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ΄ αὐτῆς, ἀλλά ἐπὶ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχέοντος» (Αριθ. 35. 33).
.


VIII.2. Μεταφέροντας στους ανθρώπους την καλή είδηση της συμφιλίωσης (Ρωμ 10. 15), αλλά ευρισκόμενοι στον «κόσμο τούτο», ο οποίος ζει στο κακό (Α Ιω. 5. 19) και είναι γεμάτος βία, οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν άθελά τους την βιοτική ανάγκη να συμμετέχουν σε διάφορες μάχες. Αναγνωρίζοντας τον πόλεμο ως κακό, η Εκκλησία δεν απαγορεύει στα τέκνα της να συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις, εάν πρόκειται για την προστασία των πλησίον και την αποκατάσταση της παραβιασθείσης δικαιοσύνης. Σε αυτή την περίπτωση, καίτοι ο πόλεμος θεωρείται ανεπιθύμητος, αποτελεί όμως ένα αναγκαστικό μέσο. Η Ορθοδοξία σε όλες τις εποχές αντιμετώπιζε με βαθύτατο σεβασμό τους στρατιώτες, οι οποίοι έσωζαν με τη ζωή τους τις ζωές άλλων και διατηρούσαν την ασφάλεια των πλησίον. Πολλοί στρατιώτες κατατάχθηκαν από την Αγία Εκκλησία στη χορεία των Αγίων με βάση τις χριστιανικές τους αρετές και αυτούς περιέγραφαν τα λόγια του Χριστού: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιω. 15. 13)
Ρωσικά στρατεύματα
Όταν ο Άγιος Ισαπόστολος Κύριλλος, απεσταλμένος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να κηρύξει το Ευαγγέλιο, έφτασε στην πρωτεύουσα των Σαρακηνών, οι μορφωμένοι οπαδοί του Μωάμεθ άρχισαν να λογομαχούν μαζί του. Μεταξύ άλλων του ετέθη και η ακόλουθη ερώτηση: «Ο Χριστός είναι ο Θεός Σας, ο Οποίος σας έδωσε την εντολή να προσεύχεστε υπέρ των εχθρών σας, να κάνετε καλό σε όσους σας μισούν και σας διώκουν, σε όσους σας χτυπούν στο ένα μάγουλο να τους προτείνεται και το άλλο. Ενώ εσείς τι κάνετε; Εάν σας προσβάλλει κανείς, ακονίζετε το όπλο σας, αρχίζετε τον πόλεμο και σκοτώνετε. Γιατί δεν υπακούετε τον Χριστό σας;» Όταν τελείωσαν ο Άγιος Κύριλλος ρώτησε τους συνομιλητές του: «εάν κάποιος νόμος περιέχει δυο εντολές, ποιος θα είναι ο καλύτερος εφαρμοστής του νόμου: αυτός που θα εφαρμόσει μία μόνο εντολή ή αυτός που θα εφαρμόσει και τις δυο;» Οι Αγαρηνοί απάντησαν ότι καλύτερος θα είναι εκείνος που θα εφαρμόσει και τις δυο εντολές, και ο Άγιος κήρυκας συνέχισε: «Ο Χριστός, ο Θεός ημών, ο Οποίος μας έδωσε εντολή να προσευχόμαστε υπέρ όσων μας προσβάλλουν και να τους ευεργετούμε, ανέφερε επίσης ότι κάνεις από μας δε θα μπορέσει να φανερώσει περισσότερη αγάπη στη ζωή μας παρά εκείνος, ο οποίος θα θυσιάσει τη ψυχή του υπέρ των φίλων του (Ιω. 15. 3). Για αυτό το λόγο ανεχόμαστε μεγαλόψυχα τις προσωπικές προσβολές, αλλά μέσα στην κοινωνία υπερασπιζόμαστε ένας τον άλλον και θυσιάζουμε τις ψυχές μας μαχόμενοι υπέρ των φίλων μας, ώστε εσείς, όταν αιχμαλωτίζετε τους συμπολίτες μας, μαζί με τα σώματα να μην αιχμαλωτίσετε και τις ψυχές τους, αναγκάζοντάς τους να αρνηθούν την πίστη τους και να προβούν σε θεομίσητα έργα.
Ευλογία πιστών Ρώσων στρατιωτών
Οι φιλόχριστοι στρατιώτες μας φυλάσσουν με τα όπλα στα χέρια την Αγία Εκκλησία, τον βασιλέα, στην ιερή μορφή του οποίου τιμούν την εικόνα του Βασιλέα των Ουρανών, την πατρίδα, με την καταστροφή της οποίας αναπόφευκτα θα ανατραπεί και η εξουσία και θα κλονιστεί η ευαγγελική πίστη. Αυτές είναι οι πολύτιμες παρακαταθήκες, για τις οποίες πρέπει να μάχονται οι στρατιώτες μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματος τους, και εάν στο πεδίο της μάχης θυσιάσουν τις ψυχές τους η Εκκλησία θα τους κατατάξει στη χορεία των Αγίων μαρτύρων και θα τους ονομάσει πρεσβευτές ενώπιον του Θεού».
VIII.3. «Πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται» (Μτθ. 26. 52),  σε αυτά τα λόγια του Σωτήρα ευρίσκει τη θεμελίωσή της η θεωρία του δίκαιου πολέμου. Από τη χριστιανική άποψη  η έννοια της ηθικής δικαιοσύνης μέσα στις διεθνείς σχέσεις πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες αρχές: στην αγάπη προς τους πλησίον και προς την πατρίδα, στην κατανόηση των αναγκών των άλλων λαών, στην πεποίθηση ότι το καλό του λαού δεν υπηρετείται με ανήθικα μέσα. Αυτές οι τρεις αρχές προσδιόρισαν τα ηθικά όρια του πολέμου, τα οποία διαμόρφωσε ο χριστιανικός κόσμος το Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι, προσαρμοζόμενοι στην πραγματικότητα, προσπαθούσαν να περιορίσουν το στοιχείο της πολεμικής βίας. Ακόμα και τότε υπήρχε η πεποίθηση ότι ο πόλεμος πρέπει να ακολουθεί ορισμένους κανόνες και ότι ο μαχόμενος δεν πρέπει να χάνει την ηθική του μορφή, λησμονώντας ότι και ο αντίπαλος του είναι το ίδιο άνθρωπος όπως αυτός.
Η διαμόρφωση των υψηλών νομικών κανόνων στις διεθνείς σχέσεις θα ήταν ανέφικτη χωρίς εκείνη την ηθική επιρροή, την οποία άσκησε ο χριστιανισμός στις διάνοιες και στις καρδιές των ανθρώπων.  Αν και στην πράξη η απαίτηση για μια δίκαιη διεξαγωγή πολέμου συχνά δεν ικανοποιείτο, εντούτοις η προβολή του ζητήματος για δικαιοσύνη συγκρατούσε τους μαχόμενους από την υπερβολική βία. 
Από την τελετή ορκωμοσίας στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων
Στη δυτική χριστιανική παράδοση, η οποία ανάγεται στον Ιερό Αυγουστίνο, όταν προσδιορίζεται κατά πόσον είναι δίκαιος ο πόλεμος, συνήθως επικαλούνται μια σειρά από γεγονότα, τα οποία καθορίζουν το αποδεκτό της αρχής του πολέμου στο εσωτερικό ή σε ξένο έδαφος. Μεταξύ αυτών δύνανται να αναφερθούν τα εξής:
ο πόλεμος πρέπει να κηρυχθεί για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης,
μόνο η νόμιμη εξουσία δικαιούται να κηρύξει τον πόλεμο,
το δικαίωμα της χρήσης βίας δεν ανήκει σε ξεχωριστά πρόσωπα ή σε ομάδες προσώπων, αλλά στους εκπροσώπους των πολιτικών αρχών που θεσπίστηκαν άνωθεν,
ο πόλεμος δύναται να κηρυχθεί αφού εξαντληθούν όλα τα ειρηνικά μέσα για τη διεξαγωγή συνομιλιών με την αντίπαλη πλευρά και την αποκατάσταση της αρχικής κατάστασης,
ο πόλεμος πρέπει να κηρυχθεί μόνο σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες ελπίδες για την επίτευξη των τεθέντων σκοπών,
οι προβλεπόμενες πολεμικές απώλειες και καταστροφές πρέπει να αντιστοιχούν στην κατάσταση και στους σκοπούς του πολέμου (η αρχή της αναλογικότητας των μέσων),
στην διάρκεια του πολέμου πρέπει να εξασφαλισθεί η προστασία του άμαχου πληθυσμού  από τις πολεμικές επιχειρήσεις,
Αγιασμός  επί του θωρηκτού Γ. Αβέρωφ 2011
ο πόλεμος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν σκοπεύει στην αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης.
Μέσα στο σύγχρονο σύστημα των διεθνών σχέσεων είναι δύσκολο ορισμένες φορές να διακρίνουμε τον επιθετικό πόλεμο από τον αμυντικό. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου είναι πολύ λεπτή, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όταν ένα ή περισσότερα κράτη ή η παγκόσμια κοινότητα αρχίζουν τις πολεμικές ενέργειες με τη δικαιολογία της αναγκαιότητας της προστασίας του λαού που δέχθηκε επίθεση (πρβλ. XV. 1). Ως προς αυτό, το ερώτημα της υποστήριξης ή καταδίκης από την Εκκλησία των πολεμικών επιχειρήσεων χρείζει ξεχωριστής εξέτασης κάθε φορά που αυτές αρχίζουν ή υπάρχει κίνδυνος να αρχίσουν.
Μια από τις σαφείς ενδείξεις, με βάση τις οποίες μπορούμε να κρίνουμε για το αν οι μαχόμενοι έχουν δίκαιο ή άδικο, είναι  οι μέθοδοι διεξαγωγής του πολέμου όπως επίσης και η στάση απέναντι στους αιχμαλώτους και στον άμαχο πληθυσμό,  ιδιαίτερα στα γυναικόπαιδα και στους ηλικιωμένους. Ακόμα και αμυνόμενος ο άνθρωπος μπορεί να διαπράξει κάθε είδους κακό και κατ᾽ αυτόν τον τρόπο η πνευματική και ηθική του κατάσταση να μην υπερτερεί του κατακτητή.Ο πόλεμος πρέπει να διεξάγεται με τη δίκαιη οργή και όχι με την κακία, την πλεονεξία και το πάθος  (Α Ιω. 2. 16) και άλλα γεννήματα της κόλασης. Μία ορθότερη αξιολόγηση του πολέμου ως άθλου ή αντίθετα ως ληστείας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με βάση την ανάλυση της ηθικής κατάστασης των μαχόμενων. «μὴ ἐπίχαιρε ἐπὶ νεκρῷ, μνήσθητι ὅτι πάντες τελευτῶμεν», αναφέρει η Αγία Γραφή (Συρ. 8. 8). Η ανθρωπιστική στάση των χριστιανών απέναντι στους τραυματίες και στους αιχμάλωτους βασίζεται στα λόγια του Αποστόλου: «ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. 12. 20-21).
VIII.4. Στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου ο μαύρος δράκος καταπατείται από τις οπλές του αλόγου, το οποίο πάντα απεικονίζεται με βαθύ κόκκινο χρώμα. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται παραστατικά ότι το κακό και ο αγώνας εναντίον του πρέπει να ξεχωρίζουν σαφέστατα, διότι είναι σημαντικό μαχόμενοι κατά της αμαρτίας να μην γίνουμε μέτοχοι της. Σε όλες τις ζωτικές περιπτώσεις, οι οποίες συνδέονται με την ανάγκη άσκησης βίας, η καρδιά του ανθρώπου δεν πρέπει να κυριαρχείται από τις κακές επιθυμίες, οι οποίες την καθιστούν συγγενή με τα πονηρά πνεύματα και με τα όμοια τους. Μόνο η νίκη κατά του κακού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου του προσφέρει τη δυνατότητα μιας δίκαιης εφαρμογής της βίας. Αυτή η άποψη, η οποία καθιερώνει την κυριαρχία της αγάπης στις ανθρώπινες σχέσεις, απορρίπτει κατηγορηματικά τη θεωρία της μη αντίστασης στο κακό με τη βία. Ο ηθικός χριστιανικός νόμος δεν καταδικάζει τον αγώνα κατά του κακού, ούτε την εφαρμογή βίας απέναντι στο φορέα του ούτε ακόμα και την αφαίρεση ζωής ως έσχατο μέσο, αλλά την κακία της ανθρώπινης καρδιάς, την επιθυμία ταπείνωσης και της απώλειας οποιουδήποτε.
Σε σχέση με τα παραπάνω η Εκκλησία ανέλαβε την ιδιαίτερη φροντίδα για τους στρατιώτες, διαπαιδαγωγώντας αυτούς μέσα στο πνεύμα της πιστότητας στα υψηλά ηθικά ιδεώδη. Η σύμβαση συνεργασίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Όργανα Τάξεως, η οποία έχει συναφθεί από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ανοίγει μεγάλες δυνατότητες για την υπέρβαση των τεχνητών εμποδίων για την επιστροφή των στρατιωτών στις διαχρονικά καθιερωμένες ορθόδοξες παραδόσεις της διακονίας της Πατρίδας. Οι ορθόδοξοι ποιμένες, οι οποίοι επιτελούν την ιδιαίτερη διακονία στο στρατό, καθώς και στα μοναστήρια και στις ενορίες, καλούνται να ποιμαίνουν τους στρατευμένους φροντίζοντας για την ηθική τους κατάσταση.
Ρώσος Στρατιωτικός Ιερέας
VIII.5. Στη βάση της χριστιανικής κοσμοθεωρίας ευρίσκονται οι υποσχέσεις του Θεού, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την Αγία Γραφή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αυτές οι υποσχέσεις, που προσδίδουν το πραγματικό νόημα της ιστορίας, άρχισαν να πραγματοποιούνται στον Ιησού Χριστό. Για τους οπαδούς Του ο κόσμος αποτελεί το ευλογημένο Θείο δώρο, περί του οποίου προσευχόμαστε και το οποίο παρακαλούμε τον Κύριο για τον εαυτό μας και για όλους τους ανθρώπους.  Η βιβλική κατανόηση του κόσμου είναι ασυγκρίτως ευρύτερη της πολιτικής. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος υποδεικνύει ότι  «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φλπ. 4. 7). Είναι ασυγκρίτως υπεράνω εκείνης η ειρήνης, την οποία οι άνθρωποι δύνανται να δημιουργήσουν με τις δικές τους προσπάθειες. Η ειρήνη του ανθρώπου με τον Θεό, με τον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους δεν ξεχωρίζει η μια από την άλλη.
Στους παλαιοδιαθηκικούς προφήτες η ειρήνη αναπαρίσταται ως η κατάσταση, στην οποία καταλήγει η ιστορία: «καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφω…καὶ οὐ μὴ κακοποιήσουσιν, οὐδὲ μὴ δύνωνται ἀπολέσαι οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, ὅτι ἐνεπλήσθη ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον ὡς ὕδωρ πολὺ κατακαλύψαι θαλάσσας» (Ησ. 11. 6-9). Αυτό το εσχατολογικό ιδεώδες συνδέεται με την αποκάλυψη του Μεσσία, το όνομα του οποίου είναι «ἄρχων εἰρήνης» (Ησ. 9. 6). Ο πόλεμος και η βία θα εξαφανισθούν από τη Γη: «καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν» (Ησ. 2. 4). Άλλωστε η ειρήνη δεν είναι μόνο το δώρο του Κυρίου, αλλά και ο σκοπός της ανθρωπότητας. Η Βίβλος δίνει την ελπίδα για την πραγματοποίηση της ειρήνης με τη βοήθεια του Θεού μέσα στα όρια της επίγειας μας ύπαρξης.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Προφήτη Ησαΐα η ειρήνη είναι ο καρπός της δικαιοσύνης (Ησ. 32. 17). Η Αγία Γραφή αναφέρει και τη δικαιοσύνη του Θεού,  όπως και τη δικαιοσύνη του ανθρώπου. Και οι δυο έχουν σχέση με τη διαθήκη, την οποία σύναψε ο Θεός με τον περιούσιο λαό (Ιερ. 31. 35). Στα πλαίσια αυτά η δικαιοσύνη εκλαμβάνεται κυρίως ως πιστότητα στις συμμαχικές σχέσεις. Όσο οι άνθρωποι παραβιάζουν την ένωση με τον Θεό, δηλαδή όσο είναι άδικοι, τόσο στερούνται του καρπού της δικαιοσύνης, δηλαδή της ειρήνης. Ταυτόχρονα ένα από τα βασικά στοιχεία του Σιναϊτικού νόμου ήταν η απαίτηση μιας δίκαιης αντιμετώπισης του πλησίον. Οι εντολές του νόμου απέβλεπαν όχι στον επαχθή περιορισμό της ελευθερίας του προσώπου, αλλά στην οικοδόμηση της ζωής της κοινωνίας πάνω στην αρχή της δικαιοσύνης για την επίτευξη της σχετικής ειρήνης, της τάξεως και της ηρεμίας. Για το Ισραήλ αυτό σήμαινε ότι η ειρήνη στην κοινωνική ζωή πραγματοποιείται όχι από μόνη της, χάρη σε κάποιες φυσικές νομοτέλειες, αλλά είναι εφικτή πρώτα από όλα ως δώρο της Θείας δικαιοσύνης και, δεύτερον, ως καρπός των θρησκευτικών προσπαθειών του ανθρώπου, δηλαδή της πιστότητάς του στον Θεό. Όπου οι άνθρωποι ανταποκρίνονται με ευγνωμοσύνη και πιστότητα στη Θεία δικαιοσύνη, εκεί «ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν» (Ψαλ. 84. 11). Άλλωστε η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης μας προσφέρει πολλά παραδείγματα απιστίας και αμαρτωλής αγνωμοσύνης του περιούσιου λαού. Αυτό αποτέλεσε αφορμή για τον Προφήτη Ιερεμία να υποδείξει το λόγο της απουσίας της ειρήνης στο Ισραήλ, όπου πάντα ακούγεται: «εἰρήνη, εἰρήνη. καὶ ποῦ ἐστιν εἰρήνη;» (Ιερ. 6. 14). Η προφητική έκκληση προς τη μετάνοια ακούγεται ως άσμα πιστότητας του Θεού. Παρά τις αμαρτίες του λαού ο Θεός υπόσχεται να συνάψει με αυτόν την «καινή διαθήκη» (Ιερ. 31. 31).
Η ειρήνη στην Καινή Διαθήκη, όπως και στην Παλαιά, θεωρείται δώρο Θείας αγάπης. Ταυτίζεται με την εσχατολογική σωτηρία. Ο άχρονος χαρακτήρας της ειρήνης, η οποία κηρύχθηκε από τους προφήτες, είναι ιδιαίτερα εμφανής στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Στην ιστορία συνεχίζει να επικρατεί η θλίψη, αλλά στον Χριστό οι πιστοί έχουν την ειρήνη (Ιω. 14. 27, 16. 33). Η ειρήνη στην Καινή Διαθήκη είναι η ομαλή ευλογημένη κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία ελευθερώθηκε από τη σκλαβιά της αμαρτίας. Οι ευχές «χάριτος και ειρήνης» στα προοίμια των επιστολών του Αποστόλου Παύλου αυτό ακριβώς εννοούν. Αυτή η ειρήνη είναι το δώρο του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. 15. 13, Γαλ. 5. 22). Η κατάσταση της συμφιλίωσης με τον Θεό είναι η ομαλή κατάσταση του κτίσματος «οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεὸς, ἀλλὰ εἰρήνης» (Α Κορ. 14. 33). Ψυχολογικά αυτή η κατάσταση εκφράζεται στην εσωτερική ευταξία της ψυχής, όταν η χαρά και η ειρήνη στην πίστη (Ρωμ. 15. 13) γίνονται σχεδόν συνώνυμα.
Ρώσος ιερέας του Πολεμικού Ναυτικού
Η κατά τη χάρη του Θεού ειρήνη χαρακτηρίζει τον εσωτερικό και εξωτερικό βίο  της Εκκλησίας. Όμως το ευλογημένο δώρο της ειρήνης εξαρτάται και από τις ανθρώπινες προσπάθειες. Τα δώρα τους Αγίου Πνεύματος φανερώνονται μόνο εκεί όπου υπάρχει η ανταπόδοση της ανθρώπινης καρδιάς, η οποία στη μετάνοια στρέφεται προς τη δικαιοσύνη του Θεού. Το δώρο της ειρήνης εκδηλώνεται όταν οι χριστιανοί επιζητούν την απόκτησή του «ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες… τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α Θεσ. 1. 3). Η επιδίωξη της ειρήνης από κάθε ξεχωριστό μέλος του σώματος του Χριστού πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το χρόνο και τις συνθήκες ζωής και ως αρεστή στον Κύριο (Μτθ. 5. 9) καρποφορεί όπου και αν επιτελείται. Η ειρήνη ως Θείο δώρο, το οποίο μεταμορφώνει τον εσωτερικό άνθρωπο, πρέπει να εκδηλώνεται και προς τα έξω. Πρέπει να το διατηρούμε και να το αναθερμάνουμε (Β Τιμ. 1. 6), και για αυτό το λόγο το ειρηνοποιό έργο  αποτελεί σκοπό της Εκκλησίας του Χριστού: «εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12. 18), προσπαθήστε «τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Εφ. 4. 3). Η καινοδιαθηκική έκκληση προς το ειρηνοποιό έργο βασίζεται στο προσωπικό παράδειγμα του Σωτήρα και στη διδασκαλία Αυτού. Και εάν οι εντολές Του για τη μη αντίσταση στο κακό (Μτθ. 5. 39), για την αγάπη προς τους εχθρούς (Μτθ. 5. 44) και τη συγχώρεση (Μτθ. 6. 14-15) απευθύνονται πρώτα από όλα στο πρόσωπο, η εντολή για την ειρήνευση «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Μτθ. 5. 9) έχει άμεση σχέση με την κοινωνική ηθική.
H Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία επιτελεί την ειρηνευτική της διακονία τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, προσπαθώντας να επιλύσει τις διάφορες αντιθέσεις και να οδηγήσει τους λαούς, τις εθνικές ομάδες, τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές δυνάμεις στη συμφωνία.  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού απευθύνει το λόγο της στους άρχοντες και στα άλλα κοινωνικά στρώματα με μεγάλη επιρροή, όπως επίσης και καταβάλλει προσπάθειες για την οργάνωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εχθρικών πλευρών και για την παροχή βοήθειας στους ταλαιπωρημένους. Επίσης η Εκκλησία αντιστέκεται στην προπαγάνδα του πολέμου και της βίας όπως και στις διάφορες εκδηλώσεις του μίσους, το οποίο δύναται να προκαλέσει αδελφοκτόνες συγκρούσεις.

 https://mospat.ru/gr/
 https://mospat.ru/gr/documents/social-concepts/viii/


Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΑΝ 32 ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ


Στο Μπέλγκοροντ Βαπτίστηκαν 32 στρατιώτες του Ρωσικού στρατού.

belgkoront

 Στον Καθεδρικό Ναό της Μεταμορφώσεως στο Μπέλγκοροντ π. Βίκτωρ Κράβετς, τέλεσε το μυστήριο της βαπτίσεως για 32 στρατιώτες του Ρωσικού στρατού.
Αξίζει να αναφερθεί ότι πριν από την βάπτιση οι στρατιώτες κατηχήθηκαν για περίπου 2 μήνες, μετά από ειδικά θεολογικά σεμινάρια που πραγματοποιήθηκαν στην μονάδα.
Μετά το πέρας του βαπτίσματος ο π. Βίκτωρ ευλόγησε τους στρατιώτες και τους πάροτρυνε, πάντοτε να προσεύχονται στον Άγιο Ιωάσαφ του Μπέλγκοροντ.

belgkoront1
belgkoront2
belgkoront3
belgko
belgkoront4
belgkoront7