Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ 1912-13



                                                                                    Αρχιμ. Ιουστίνου Δ. Μαρμαρινού
                                                                                          Στρατιωτικού Ιερέα ΓΕΝ  


Συμπληρώνονται εφέτος εκατό χρόνια από την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13. Από το θαύμα αυτό το οποίο επιτέλεσε το ελληνικό Έθνος, με τον διπλασιασμό σχεδόν της μέχρι τότε ελεύθερης Ελλάδας και τον θρίαμβο της ψυχής του Έλληνα μαχητή. Αν κάτι  κοινό χαρακτήριζε όλα τα μέτωπα του πολέμου στη στεριά και στη θάλασσα, αυτό ήταν αυτή η ασυγκράτητη ορμή και επιθετικότητα και αυτοθυσία του Έλληνα στρατιώτη. Η παράτολμη ενεργητικότητα του Πολεμικού Ναυτικού, ο ενθουσιασμός που αναζητούσε σύμβολα για να εκφραστεί, όπως ήταν συχνά η παρουσία και μόνο του πλοίου-σύμβολο του θρυλικού ΑΒΕΡΩΦ.


 Ένας σημαντικός παράγων για την επιτέλεση του ΄΄θαύματος΄΄  αυτού των βαλκανικών πολέμων, πέρα από την ομοψυχία στρατού και λαού, πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, ήταν η πίστη στο Θεό, όχι μόνο των πρωταγωνιστών, όπως ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, η ηγεσία του Στρατεύματος κλπ, αλλά του κάθε απλού μαχητή, του κάθε αξιωματικού, που σαν γνήσιος Έλληνας στις κρίσιμες στιγμές γνωρίζει να αντλεί απίστευτη δύναμη και αποφασιστικότητα από την πίστη του στον Θεό. Έκφραση της θρησκευτικότητας αυτής ήταν και η παρουσία και η σημαντική θέση, και αποδοχή του στρατιωτικού ιερέα από κάθε Αξιωματικό, απλό στρατιώτη και ναύτη, αλλά και από την κοινωνία, τις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους της εποχής, που είχαν αυξημένο ενδιαφέρον για τους παράγοντες και τους συντελεστές της νίκης στο πεδίο της μάχης. Μια μικρή δημοσιογραφική έκφραση της αποστολής, και του έργου τού στρατιωτικού ιερέα παρουσιάζουμε σήμερα αναδημοσιεύοντας το παρακάτω άρθρο με τον τίτλο «ΠΑΠΑΔΕΣ», που δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, στο φύλλο της 8ης Μαρτίου 1915. Ο αρθρογράφος, Νικόλαος Πετιμεζάς (Λαύρας), στρατιωτικός ο ίδιος και λογοτέχνης, γόνος της ηρωικής οικογενείας των Καλαβρύτων, παρουσιάζει τον στρατιωτικό ιερέα να φαντάζει σχεδόν ημίθεος στα μάτια κάθε Αξιωματικού και κάθε οπλίτη, και να ανοίγει τις φτερούγες της πίστεως, αυτής ακριβώς που επιτελεί τα θαύματα. Πέρα από τη λογοτεχνική αξία του κειμένου με τις εικόνες και τις παρομοιώσεις ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα με τις πολεμικές ενθυμήσεις και τις εξάρσεις της μάχης, που αποτελούν και αυθεντική παρουσίαση των αισθημάτων τόσο των στρατιωτικών ιερέων όσο και των μαχητών που εμπνέονταν από την παρουσία τους και αισθάνονταν τον ίδιο το Θεό ενισχυτή των δίκαιων αγώνων τους. Οι κρίσεις του συγγραφέα για την αγραμματοσύνη των περισσοτέρων τότε στρατιωτικών ιερέων δεν απηχούν την πραγματικότητα, ούτε και οι απόψεις του συγκεκριμένου έφεδρου στρατιωτικού ιερέα για το σταυρό και το ντουφέκι είναι οδηγός των στρατιωτικών ιερέων γενικώς. Αφήνουμε την αυθεντικότητα του κειμένου να εκδιπλωθεί, χωρίς άλλους σχολιασμούς και με μικρές μόνο παρεμβάσεις στην ορθογραφία, όπου κρίθηκαν απαραίτητες για τη σαφήνεια και καλύτερη κατανόηση του κειμένου.


ΠΑΠΑΔΕΣ


Μακάριος Μυριανθεύς, Στρ. Ιερέας 1912-13,
μετέπειτα Μητροπολίτης Κυρηνείας 
Δεν ενθυμούμαι στα 97 ούτε ένα. Μα τώρα στους δύο πολέμους το ράσο εμαύριζε ανάμεσα στο χακί παντού, και μέσα στους κάμπους με τα ’λιοπύρια, και επάνω στις κορυφές με τα χιόνια, και εκεί που ακούγετο το ντουφέκι, και εκεί που εβροντούσε το κανόνι. Εκείνοι που βογγούσαν από τους πόνους του κορμιού τον έβλεπαν εμπρός των πάντα. Και εκείνοι που ξεψυχούσαν έβλεπαν την μαύρη σιλουέττα του έξαφνα εμπρός τους και άκουγαν από το στόμα του λόγια παρηγοριάς.
Και ο θάνατος κατέβαινε πιο ήσυχα και πιο γλυκά -αν ημπορή να πη κανείς αυτή τη λέξι- μαζί με μια ευχή του παπά, και μια ανακούφισι και παρηγοριά έλαμπε στα μάτια των ετοιμοθανάτων.
 Έχει δύναμι μεγάλη, έχει επιρροή βαθειά ακόμη στην Ελληνική ψυχή, το σχήμα του παπά. Τον λησμονούν τον παπά μέσα στη χώρα, εκεί που η ευμάρεια βασιλεύει και η ήσυχη ζωή διώχνει μακρυά την ιδέα του θανάτου.

Αλλ’ εκεί που ο θάνατος τεντώνει το μαύρο φτερό του, και κάμνει συχνά γύρους επάνω από τα κεφάλια και μπορεί να σε χαϊδέψη με τα φτερά του από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν τον λησμονείς τον παπάν, και είναι αυτός το σύμβολο που σε συνδέει με την άλλη ζωή, και, αντί να τον αποφεύγης, τον αποζητείς.
Όταν το ντουφέκι αντηχούσε και εφαίνετο το ράσο κάπου εκεί σε μια άκρη μισοκρυμμένο με ένα μανδύα χακί, εστρέφοντο οι ματιές κατά ’κει, χωρίς να το θέλουν, και έπαιρναν ένα θάρρος ανεξήγητο και μια δύναμι αόρατη.
Έτσι, χρόνια πολλά πριν, ο παπάς είχε θαυματουργήσει∙ και τότε το ράσο εκρεμάστηκε, το ράσο εσουβλίστηκε, το ράσο έπιασε το καριοφύλλι και την πάλα!
Και τώρα πολλές φορές έσφιγγε το Μάνλιχερ.
«Για καλό και για κακό, δόστε μου και ’μένα ένα τουφέκι.» Έλεγεν ο παπάς.
 Έτσι είδα και τον παπά της ενορίας μου να ευλογή το παιδί του σκοτωμένο κ’ έπειτα να τρέχη από βουνό σε βουνό και από ράχη σε ράχη κρατώντας με το ένα χέρι το Σταυρό και με το άλλο σφικτά-σφικτά το τουφέκι του.
Και όταν τον ’ρώτησα, πώς ταιριάζουν αυτά τα δύο πράγματα.
-Έτσι φαίνεται∙ καμμιά φορά σμίγουν και ταιριάζουν, μου είπε∙ και με το σκούφο στραβά στο κεφάλι, με την κάππα μισορριγμένη στον ώμο, μάζευσε το ράσο του ανάμεσα από τα κλαριά και τις πέτρες και τράβηξε πάλι γοργά-γοργά την ψηλή ράχη του.

                                                       ***
Άλλοι άφηναν τις μικρές ενορίες τους, άλλοι τα χωριά τους, την φαμίλια τους, την γλύκα του σπιτιού, την ανάπαυσι που χρειάζεται πια η περασμένη ηλικία τους, και ξεκίνησαν για τον ιερό σκοπό τους.
Μέρα νύχτα ακολουθούσαν τα παλληκάρια. Πάντοτε μαζί: και στις στιγμές τις καλές της χαράς και της δόξης, και στις δύσκολες ώρες της ατυχίας. Πέρασαν την ίδια ζωή, τους κόπους, τις ίδιες στερήσεις, τους ίδιους κινδύνους, με ένα κομμάτι γαλέττα κάτω από το αντίσκηνο τα λερωμένα ράσα τους σχισμένα, με τα τσαρούχια τους ελεεινά, με τα πρόσωπα και τα χέρια ακάθαρτα, με τα γένια και τα μαλλιά άτακτα και αχτένιστα είχαν κάτι το άγριον και τ’ αρρενωπό∙ το άσχημο μαζί και το σεβάσμιο∙ το αποκρουστικό μαζί και το υπέρθειο. Τα μάτια τους ήσαν κόσμος ολόκληρος. Όταν άρχιζε το ντουφέκι, πετούσαν φωτιές, και όταν ήρχοντο βράδυ-βράδυ να ειπούν την τελευταία ευχή επάνω στους ανοικτούς λάκους, εγέμιζαν δάκρυα.
Άλλες στιγμές εγύριζαν ακούραστοι παντού∙ πολλές φορές, μέσα στη φωτιά, εσκόρπιζαν λόγια μεγάλα και δυνατά, έδιναν θάρρος σ’ εκείνους που λιποψυχούσαν, εμοίραζαν παρηγοριές σ’ εκείνους που χτυπήθηκαν, και εψιθύριζαν πολύ σιγά στο αυτί εκείνων, που ξεψυχούσαν, τα μεγάλα εμπνευσμένα λογια που γεννά η ιδέα της άλλης ζωής.

***
Και όμως οι περισσότεροι ήσαν αγράμματοι, ήσαν άξεστοι, χωρίς καμμιά ανάπτυξι, χωρίς καμμιά σπουδή. Και τα λόγια εκείνα τούς ήρχοντο μόνα στα χείλη τους, χωρίς και αυτοί να εννοούν πώς. Εκείνες τις στιγμές εγίνοντο σοφοί, όπως έγιναν άλλοτε και οι Απόστολοι, χωρίς να το καταλάβουν και αυτοί πώς.
Και με τον παπάν αρματωμένο εννοήσαμε καλλίτερα πώς είχε αναστηθή πάλι μια παληά εποχή μεγάλη εκεί εμπρός μας. Και παρουσιάσθηκε ύστερα από εκατό χρόνια πάλι ο παπάς-ρήτωρ και ο παπάς-πατέρας, ο παπάς-μαχητής και ο παπάς με τα γλυκά του λόγια, με το σταυρό και με το ντουφέκι.
Ο παπάς κρεμασμένος, ο παπάς ανασκολοπισμένος, ο παπάς υπέρθειος και μεγάλος. Ο Έλλην ιερωμένος του 21. Και θα παρουσιασθή και πάλι, όταν τύχη περίστασις, και θα ξετρυπώση πάλι από τη μικρή του ενορία, από το ερημικό του σπιτάκι και από το άσημο χωριό του, για να πετάξη πάλι ψηλά στις κορυφές, για να τρέξη στους κάμπους, γιατί αισθάνεται ότι, με όσα και αν λέγουν μερικοί, χωρίς αυτόν δεν γίνεται τίποτε και διότι περισσότερο από κάθε άλλο έχει ένα όνειρο ριζωμένο και επίμονο, και ένα πόθο άσβεστο μέσα του: να λειτουργήσει και αυτός μια ’μέρα... κάπου.

Λαύρας *


* Ο αρθρογράφος Νικόλαος Πετιμεζάς (Λαύρας) (1872-1952) ήταν στρατιωτικός και λογοτέχνης, γόνος της γνωστής μεγάλης οικογενείας αγωνιστών του 1821, από τα Καλάβρυτα. Δημοσίευσε σειρά άρθρων στην ΕΣΤΙΑ για τους ΄΄παράγοντες΄΄ της μάχης με τον γενικό τίτλο ΄΄Μαχητές΄΄.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου