Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ξενιτεμένα ''παιδιά'' ναυτικής νήσου

                                    


                    Ξενιτεμένα ''παιδιά'' ναυτικής νήσου
                                   Οι 17 Αιγινήτες πολεμιστές στο Μόναχο




                                                              Αρχιμ. Ιουστίνου Μαρμαρινού, Ιερέα ΓΕΝ
                                                              Θεολόγου, πτ. ιστορίας- αρχαιολογίας

Τον Απρίλιο του 2011 συμπληρώθηκαν διακόσια χρόνια από τον ακούσιο εκπατρισμό των ΄΄Αιγινητών Πολεμιστών΄΄ του Τρωικού Πολέμου, των περίφημων αετωματικών γλυπτών του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, τα οποία εκτίθενται στην περιώνυμη γλυπτοθήκη του Μονάχου και αναμένουν υπομονετικά εκεί μιαν ακτίδα φωτός, μιαν ελπίδα επιστροφής στην πατρώα γη, από όπου τόσο άδικα και βίαια απομακρύνθηκαν. Παιδιά της μεγάλης ναυτικής δύναμης της Αίγινας έπεσαν κι αυτοί θύματα απαγωγής κατά την εποχή της φρενίτιδας για αναζήτηση και λαφυραγώγηση ελληνικών αρχαιοτήτων, που ακολούθησε τη λεηλασία του Παρθενώνα από το Βρετανό πρεσβευτή στην Υψηλή Πύλη Thomas Bruce, κόμη του Έλγιν, στις αρχές του 19ου αιώνα.
Nα πως ξεκίνησε το ταξίδι αυτό της ξενιτιάς για τους 17 Αιγινήτες νέους. Ήταν  Άνοιξη του 1811, όταν ένα πρωί του Απρίλη ή αξίνα ενός εργάτη στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα χτύπησε ένα κομμάτι παριανό μάρμαρο και, όπως περιγράφει ο βρετανός Cockerell, που ήταν παρών, αμέσως «τράβηξε την προσοχή μου, γιατί όλο το κτίσμα ήταν από πέτρα. Αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για το κεφάλι ενός πολεμιστή με περικεφαλαία, καθ΄ όλα τέλειο. Κειτόταν με το πρόσωπο προς τα επάνω και, καθώς τα χαρακτηριστικά αποκαλύπτονταν βαθμιαία, δεν μπορείτε να φανταστείτε τον βαθμό της έκστασης και της συγκίνησης που νιώθαμε. Ένα τελείως νέο κίνητρο έδινε συγκεκριμένη τροπή στη δουλειά μας. Δεν άργησε να ξεφυτρώσει και άλλο κεφάλι, ύστερα ένα πόδι και τελικώς ανακαλύψαμε κάτω από τα γκρεμισμένα τμήματα του ναού όχι λιγότερα από 16 αγάλματα και 13 κεφάλια, χέρια, πόδια κ.λπ.».  Ήταν όλα μέλη από τα περίφημα αετωματικά γλυπτά του ναού της Αφαίας που αναπαριστούν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, τους Αιγινήτες πολεμιστές του Τρωικού Πολέμου, όπου διέπρεψαν οι μυθικοί ήρωες της Αίγινας ο Τελαμώνας γιός του Αιακού και ο Ηρακλής καθώς και ο Αίαντας, ο Τεύκρος και ο Αχιλλέας. Μαζί και η Θεά Αθηνά που αποτελούσε την κεντρική μορφή και των δύο αετωμάτων του ανατολικού και του δυτικού.
 Ήταν μία παρέα αρχαιοφίλων, ο βρετανός Charles Robert Cockerell, αρχιτέκτονας και ο συμπατριώτης και ομότεχνός του John Foster, ο βαρόνος  Carl Haller von Hallerstein, γερμανός αυτός, αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος στην υπηρεσία του βασιλιά της Βαυαρίας,  καθώς και ο Jacob  Linckh, που ήταν ζωγράφος (πάντα υπήρχε και ένας ζωγράφος στις αποστολές αυτές για να αποτελεί πρόσχημα φιλότεχνης απεικόνισης των αρχαίων, άλλωστε και ο Λόρδος Elgin άδεια για αποτύπωση των γλυπτών του Παρθενώνα είχε ζητήσει αρχικά). Ήταν όλοι τους θαυμαστές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της κλασικής τέχνης. Είχαν ξεκινήσει μαζί από την Αθήνα για την Αίγινα προκειμένου να μελετήσουν, όπως νόμιζαν, το ναό του Πανελληνίου Διός, αυτόν που σήμερα γνωρίζουμε ως ιερό της Αφαίας. Τη δεύτερη κιόλας ημέρα των ανασκαφών ανακάλυψαν το μεγάλο θησαυρό. Ο θαυμασμός και η αγάπη τους για τον αρχαίο πολιτισμό δεν τους εμπόδισε να μεταμορφωθούν, στη θέα των συγκεκριμένων υπέροχων αγαλμάτων, σε άπληστους αρχαιοκάπηλους. Οι ρομαντικοί φιλότεχνοι χωρίς καμία αιδώ σπεύδουν να καταγράψουν τη μεταβολή τους αυτή αμέσως μετά την πρώτη ανακάλυψή τους. «Ένα τελείως νέο κίνητρο, γράφει ο Cockerell, έδινε συγκεκριμένη τροπή στη δουλειά μας…», την οποία δουλειά τόσο καλά έμαθαν ώστε να τη συνεχίσουν αμέσως μετά, το 1812,  με τη λεηλασία ενός ακόμα αρχαιοελληνικού αριστουργήματος, του ναού του Απόλλωνα στις Βάσσες  Αρκαδίας, τα γλυπτά του οποίου κατέληξαν στο Βρετανικό Μουσείο.
Τα ευρήματα ήταν σε βάθος «όχι μεγαλύτερο από τρία πόδια από την επιφάνεια του εδάφους», γράφει ο ίδιος ο 22άχρονος τότε Cockerell σε επιστολή προς τον πατέρα του και φυσικά δε μπορούσαν να μείνουν κρυφά, αφού οι Αιγινήτες εργάτες μίλησαν στους συγχωριανούς τους και αυτοί έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν. «Το εύρημά μας, σημειώνει, προκάλεσε την προσοχή των χωρικών, οι οποίοι μας έστειλαν σήμερα μερικούς από τους προκρίτους τους. Εμείς όμως είχαμε καλέσει εγκαίρως μια βάρκα στο πλησιέστερο σημείο με την οποία αποστείλαμε τα ως τώρα ευρεθέντα κομμάτια στην Αθήνα».
Σε ένα παρόμοιο περιστατικό φυγάδευσης αρχαιοτήτων από την Αίγινα λίγα χρόνια αργότερα να πως αντέδρασε ένας άλλος Έλληνας σύμφωνα με τα «Απομνημονεύματα» του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή: ΄΄Χειμώνας στα 1833. Είναι βράδυ. Ένα εγγλέζικο πολεμικό καράβι, πλησίασε στις ακτές της Αίγινας και ναύτες αποβιβάζονται από μια βάρκα. Στην πλατεία είναι ένα άγαλμα, το δένουν κι αρχίζουν να το τραβάνε προς τη θάλασσα. Κάποιος ειδοποιεί τον (Αθανάσιο) Ιατρίδη, κι εκείνος οπλισμένος τρέχει προς τα εκεί, ξεσηκώνοντας με τις φωνές του τον κόσμο. Πέφτουν τουφεκιές, ρίχνονται στους ναύτες με άγριες διαθέσεις, και τελικά τους αναγκάζουν ν’ αφήσουν το άγαλμα και να γυρίσουν άπρακτοι στο καράβι τους. Όπως μαθεύτηκε, το καράβι της αρπαγής το είχε στείλει ο αντιπρέσβυς της Αγγλίας, Δώκινς΄΄.
 «Η ειλικρίνεια αυτών των ανθρώπων, γράφει ο ιστορικός Γεώργιος Τόλιας, στην εισαγωγή του βιβλίου ΄΄Ο πυρετός των μαρμάρων΄΄, αν και αγγίζει τα όρια της αλαζονείας, είναι αφοπλιστική, γιατί κανείς τους δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να συγκαλύψει ορισμένα γεγονότα ή να δικαιολογηθεί για τις πράξεις του. Αντίθετα, ομολογούν όλες τις μεθοδεύσεις τους, τις δωροδοκίες των τούρκων επισήμων, τις κρυφές φυγαδεύσεις των αρχαιοτήτων, τους οικονομικούς διακανονισμούς, τις καταστροφές για τις οποίες ήταν αμέσως ή εμμέσως υπεύθυνοι».
Το αντίτιμο της ελευθερίας των Αιγινητών Πολεμιστών ήταν 800 πιάστρες, περίπου 40 λίρες στερλίνες, τόσα χρειάστηκε να πληρώσουν οι αρχαιοκάπηλοι στις τότε αρχές για να λάβουν άδεια για τις ανασκαφές. Η όλη επιχείρηση ήταν σύντομη, διάρκεσε μόνο ένα εικοσαήμερο, η επιστροφή τους όμως στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 1811 και η προσπάθειά τους για μια πρώτη συναρμολόγηση των γλυπτών, ήταν και η αρχή της φιλονικίας τους. Οι Βρετανοί ήθελαν τα γλυπτά να καταλήξουν στο Βρετανικό Μουσείο ενώ οι Γερμανοί τα διεκδικούσαν για την πατρίδα τους. Τόσο θαυμάσια ήταν τα  ευρήματά τους και τόσο τέλεια η απόδοση των κινήσεων και των νεύρων των πολεμιστών, ώστε ασφαλώς θα σκέφτονταν και αυτοί όπως ο Έλγιν πως ούτε  «ο Βοναπάρτης δεν θα έχει αποκτήσει παρόμοια αντικείμενα από όλες τις κλοπές του στην Ιταλία». Η είδηση, μάλιστα, της αποκάλυψης των γλυπτών είχε ήδη διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη, πράγμα που έκανε ακόμη και τον Γκαίτε να σχολιάσει το εκπληκτικό εύρημα. 
Τα αρχαία, όμως, κινδύνευαν, αφού η πολιτική κατάσταση  της εποχής ήταν αβέβαιη και δεν εξασφάλιζε τους αρχαιοκάπηλους. Έπρεπε να φυγαδευτούν, και επειδή υπήρχε ο κίνδυνος διάσπασης της συλλογής, οι τέσσερις αποφάσισαν, την ίδρυση μιας «Εταιρείας των  Ερασιτεχνών» (Dilettanti), όπως την ονόμασαν, που θα διασφάλιζε την ενότητα των γλυπτών και θα φρόντιζε να διατεθούν τα αρχαία σε ανοιχτή δημοπρασία.  Το σχέδιο ήταν να μεταφερθούν τα αρχαία στα Αγγλοκρατούμενα τότε Επτάνησα και από εκεί στη Μάλτα για να εκτεθούν σε πλειστηριασμό. Στη προσπάθεια  φυγάδευσης των αρχαίων ζήτησαν τη βοήθεια του Αυστριακού G. Gropius, αλλά και την κάλυψη του Γάλλου προξένου Louis Fauvel, ο οποίος σύμφωνα με δημοσίευμα του "Λόγιου Ερμή", όταν έμαθε τι γίνεται έσπευσε στην Αίγινα και άρπαξε και αυτός ότι μπόρεσε από τα αρχαία, καθώς και ενός συνεργάτη του γνωστού μας Λόρδου Elgin του Giovani Lusieri. Τα μάρμαρα φορτώθηκαν σε άλογα και μουλάρια συσκευασμένα σε καλάθια και φυγαδεύτηκαν νύχτα για τον φόβο των Τούρκων. Αρχικά μεταφέρθηκαν στον Κορινθιακό, στο Πόρτο Γερμενό και από εκεί με πλοίο στη Ζάκυνθο, υπάρχει μάλιστα και ένα σκίτσο του Carl Haller, που δείχνει την πομπή των έμφορτων ζώων συνοδευόμενη από ένοπλους ιππείς, οι οποίοι όμως, σε καμία περίπτωση δε χρειάστηκε να επέμβουν, αφού η μεταφορά έγινε χωρίς κανένα απρόοπτο. Δημοσιεύματα σε βρετανικές και άλλες Ευρωπαϊκές εφημερίδες καθόριζαν την δημοπρασία για την 1η Νοεμβρίου 1812 στη Μάλτα και ως τιμή πώλησης τα 70.000 φιορίνια. Την ίδια εποχή ο ΄΄Λόγιος Ερμής΄΄ δημοσίευε τα εξής: «Τα αγάλματα ταύτα μετακομισθέντα εις Ζάκυνθον πωλούνται εκεί διά δέκα χιλιάδας φλωρίων. Μακάριοι και τρισμακάριοι οι Ζακύνθιοι, αν έδιδαν αυτήν την ποσότητα και ηγόραζαν αυτά, και να στολίσωσι δι΄ αυτών την πόλη των, ίνα μη άλλως απομακρυνθέντα στερηθεί η Ελλάς των τοιούτων αξιολόγων λειψάνων της αρχαιότητος». Η δημοπρασία τελικά έγινε στη Ζάκυνθο, για το φόβο της μεταφοράς στη Μάλτα, με τον απεσταλμένο του διαδόχου της Βαυαρίας και μετέπειτα βασιλιά Λουδοβίκου να πλειοδοτεί των γαλλικών και αγγλικών προσφορών, για να καταλήξουν, μετά από μια μικρή περιπέτεια, οι Αιγινήτες Πολεμιστές το 1814 στη Γερμανία και να κοσμούν από τότε την περίφημη γλυπτοθήκη του Μονάχου, η οποία θα ήταν πολύ φτωχή χωρίς τα Αιγινήτικα Μάρμαρα, όπως λέγονται και προβάλλονται.

Ποιος ήταν όμως ο πολιτισμός αυτός που ανέδειξε τέτοια αριστουργήματα τέχνης και ανοικοδόμησε ένα τέτοιο περίλαμπρο ναό, όπως αυτός της Αφαίας, αρκετές δεκαετίες μάλιστα πριν την ανοικοδόμηση της Ακρόπολης και του Παρθενώνα στην κλασική Αθήνα;  Η Αίγινα, η πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού κράτους, έδρα του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, έχει ιστορία πολιτισμού που ανάγεται στην 4η χιλιετία π.Χ.. Ανήκε στην ίδια πολιτιστική ενότητα με τις Κυκλάδες και τη Μινωική Κρήτη. Έχουν ανακαλυφθεί στην Αίγινα ερείπια προϊστορικών οικισμών και οχυρώσεων καθώς και δείγματα των περίφημων κυκλαδικών αγαλματιδίων, τα οποία και εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Κατά την παράδοση οι πρώτοι κάτοικοι της Αίγινας ήταν οι Μυρμιδόνες, ο λαός του ομηρικού Αχιλλέα, από τη Ν. Θεσσαλία, όπου και το σχετικό τοπωνύμιο Αιγίνιον. Πρώτος της  βασιλιάς ήταν ο σεβάσμιος Αιακός, πατέρας του Τελαμώνα και του Πηλέα, παππούς των ομηρικών ηρώων Τεύκρου, Αίαντα και Αχιλλέα. Μαζί με τον Ραδάμανθυ και τον Μίνωα θεωρείτο κριτής των νεκρών στο κάτω κόσμο.
Ο Όμηρος αναφέρει (Ιλιάς Β,59) πως οι Αιγινήτες έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με ογδόντα ΄΄μελαίνας νύας΄΄ και ο Ησίοδος βεβαιώνει (Οιήες 32/76) πως πρώτοι οι Αιγινήτες δέσανε τα ξύλα και έφτιαξαν τα καράβια που κάνουνε ζερβόδεξα το κύμα να στρουμφίζει και πρώτοι βάλαν τα πανιά, φτερά στα πελαγόδρομα καράβια (μετάφρ. Λεκατσά). Φαίνεται πως από τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους η Αίγινα αναδεικνύεται πρωτοπόρος στη ναυπηγική και στη ναυτιλία και χάριν των τολμηρών θαλασσοπόρων κατοίκων της, που αναδεικνύονται σε δεξιοτέχνες χειριστές των ιστίων και των πλοίων, εξελίσσεται σε μια μεγάλη ναυτική δύναμη με τα καράβια της να φτάνουν σε κάθε γωνιά της λεκάνης της Μεσογείου. Αποικίες των Αιγινητών δημιουργήθηκαν στην Κρήτη (η Κυδωνία, τα σημερινά Χανιά και οι Οβρικοί), στην Παφλαγονία (η πόλη Αιγινήτης) ακόμα και στη Μαύρη Θάλασσα ενώ σημαντικές παροικίες των Αιγινητών αναφέρει ο Ηρόδοτος, όπως στη Ναύκρατι της Αιγύπτου, όπου διέθεταν και ιδιαίτερους χώρους λατρείας.
Πέρα από τη ναυτική τέχνη και δεξιότητα οι Αιγινήτες ανέπτυξαν και εμπορικές και χρηματοοικονομικές ικανότητες, αφού πρώτοι αυτοί σ’ ολόκληρη την Ευρώπη προχώρησαν στην κοπή αργυρού νομίσματος, της περίφημης ‘’Χελώνας’’, με μεγάλη κυκλοφορία, χάρις και στα άφθονα κοιτάσματα αργύρου που γύρω στο 750 π.Χ. ανακάλυψαν και εκμεταλλεύτηκαν οι Αιγινήτες στην Ταρτησσό της Ισπανίας. Η κυκλοφορία του νομίσματος διευκόλυνε αφάνταστα τις συναλλαγές τους και έδωσε μεγάλη ώθηση στο εμπόριο και την οικονομική τους εν γένει ανάπτυξη.
 Η Αίγινα, έφτασε να θαλασσοκρατεί σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο από το 734 έως το 459 π.Χ. φτάνοντας στο απόγειο της ναυτικής δύναμης και του πλούτου της γύρω στον 6ο π.Χ. αιώνα με παράλληλη βεβαίως πολιτιστική και καλλιτεχνική ανάπτυξη. Η τέχνη και μάλιστα η γλυπτική άνθισε  ιδιαίτερα στην Αίγινα με ονομαστούς γλύπτες τον Μίλι, τον Κάλλωνα, τον Ονάτα, τον Γλαυκία και άλλους. Εξαιρετικό δημιούργημα, σύμβολο της  οικονομικής αυτής ακμής, της υψηλής τέχνης και του πολιτισμού της Αίγινας υπήρξε ο ναός της Αφαίας, χτισμένος, γύρω στο 500 π.Χ., στην κορυφή ενός πευκόφυτου λόφου, σε σημείο όπου δεσπόζει σε όλη τη γύρω  περιοχή, με απέραντη πανοραμική θέα στη θάλασσα. Στη θέση αυτή προϋπήρχαν δύο προγενέστεροι ναοί των ιστορικών χρόνων, ενώ έχουν βρεθεί και πήλινα ειδώλια της Μυκηναϊκής εποχής. Ο ναός, που διατηρείται σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση, είναι δωρικός περίπτερος, πάνω σε βάση 32 Χ 16,50 μ. με 6 Χ 12 κίονες, πολλοί των οποίων στέκουν ακόμα όρθιοι με τμήμα του θριγκού και δίνουν σαφή εικόνα του αρχαίου ναού. Τα γλυπτά που βρίσκονται σήμερα στο Μόναχο αποτελούσαν το διάκοσμο του δυτικού και του ανατολικού αετώματος και πρόκειται για σημαντικότατα δείγματα στην ιστορία της Ελληνικής γλυπτικής. Το 490 π.Χ. κατασκευάστηκε η δυτική πλευρά και το 480 π.Χ η ανατολική, επειδή ανακατασκευάστηκε μετά από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, στην οποία οι Αιγινήτες συμμετείχαν με 30 πλοία και διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους, συμβάλλοντας αποφασιστικά μαζί με τους Αθηναίους στην έκβαση της ναυμαχίας. Η διαφορά μιας δεκαετίας στην κατασκευή των δύο γλυπτών παραστάσεων συμπίπτει ακριβώς με τη μετάβαση από την αρχαϊκή τέχνη στη γεμάτη νεύρο και ζωντάνια κλασική γλυπτική, την οποία παρουσιάζει ξεκάθαρα και η οποία φυσικά βρίσκει την αποκορύφωσή της στα γλυπτά του Παρθενώνα. Τα θέματα των δύο αυτών αετωματικών παραστάσεων ήταν παρόμοια αφού πρόκειται για αναπαραστάσεις μάχης μεταξύ αντιπάλων στρατιωτικών ομάδων με δεσπόζουσα και στις δύο συνθέσεις στο κέντρο τη μορφή της Αθηνάς, της θεάς της σοφίας, με την οποία ταυτίζεται κατά την παράδοση η τοπική θεά  Άφα ή Αφαία. Πρόκειται για τις δύο εκστρατείες που πραγματοποίησαν οι Έλληνες, σύμφωνα με τη μυθολογία, εναντίον της Τροίας, η πρώτη με τον Ηρακλή και τον Τελαμώνα εναντίον του βασιλιά Λαομέδοντα, στο δυτικό αέτωμα, και η δεύτερη με τον Αγαμέμνονα, τον Αίαντα, τον Τεύκρο και τον Αχιλλέα, εναντίον του βασιλιά Πρίαμου, στο ανατολικό. Όλα αυτά τα γλυπτά ήταν δουλεμένα τέλεια, απ’ όλες τις πλευρές, ολόγλυφα και περίοπτα, όπως λέγονται, παρόλο που η πίσω τους πλευρά, προς τον τοίχο του αετώματος, δε θα γινόταν ποτέ ορατή παρά μόνο στην περίπτωση αποκαθηλώσεώς τους, όπως και συμβαίνει σήμερα δυστυχώς, πράγμα που δε μπορούσε βέβαια να είναι μέσα στις προβλέψεις του δημιουργού τους. Τα αγάλματα αυτά έκαναν εξαιρετική εντύπωση στους Γερμανούς και τους άλλους Ευρωπαίους γιατί ήταν τα πρώτα αρχαϊκά αγάλματα που είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά. Το ιδιαίτερο μάλιστα ενδιαφέρον τους επικεντρώθηκε και σε ένα άλλο χαρακτηριστικό των γλυπτών αυτών. Πέρα από τη λεπτή και εξαιρετική τέχνη τους τα γλυπτά  διατηρούσαν, και διατηρούν μέχρι  σήμερα, εμφανή ίχνη χρωμάτων, όπως το κόκκινο στα κράνη και στα λοφία που φορούν οι πολεμιστές, καθώς και στο αίμα που έρρεε από τις πληγές, το μπλέ στο τύμπανο (φόντο) του αετώματος, το κίτρινο  στα ενδύματα και άλλα με σχέδια στις στολές και στα όπλα, όλα αυτά άλλαζαν την μέχρι τότε εντύπωση που υπήρχε πως τα αρχαία ελληνικά αγάλματα ήταν λιτά και λευκά, με το φυσικό χρώμα του μαρμάρου.
Από το 1830 οι Αιγινήτες Πολεμιστές εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα όχι ακρωτηριασμένοι και  λειψοί. Οι Γερμανοί τους ήθελαν ακμαίους και αρτιμελείς γι αυτό ζήτησαν από τον μεγάλο Δανό γλύπτη Bertel Thorvaldsen να συμπληρώσει και να αποκαταστήσει την αρτιμέλεια των γλυπτών, πράγμα που έκανε με εξαιρετική επιτυχία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους βομβαρδισμούς του Μονάχου το Μουσείο έκλεισε για να αποκαταστήσει τις ζημιές του και μετά από εργασίες συντηρήσεως οι Αιγινήτες Πολεμιστές αποχωρίστηκαν από τα πρόσθετα μέλη τους και εκτίθενται  από το 1963 στην αίθουσα με τα Αιγινήτικα Μάρμαρα, στις θέσεις ακριβώς που κατείχαν στα αετώματα του ναού της Αφαίας.
Ακριβώς 200 χρόνια από την πρώτη αποκάλυψή τους, στις 13 Απριλίου 2011, έγιναν τα  εγκαίνια μιας έκθεσης, με την οποία εόρτασαν οι Γερμανοί το γεγονός του εκπατρισμού τους. «Μάχες για την Τροία. Διακόσια χρόνια Αιγινήτες» την ονόμασαν. Στην έκθεση αυτή τα αυθεντικά Αιγινήτικα γλυπτά εκτέθηκαν παράλληλα με τις προσθήκες τους, που κατασκεύασε ο γλύπτης Thorvaldsen και έχουν αποκτήσει καλλιτεχνική αξία, αυτή τη φορά όμως συμπληρωμένες με ακριβή αντίγραφα των παρακειμένων αυθεντικών γλυπτών.
 Τα χρώματα τα οποία προσθέτουν οι Γερμανοί αρχαιολόγοι στα αιγινήτικα γλυπτά, αποκαθιστώντας τα κατά προσέγγιση την αυθεντική τους μορφή που είχαν πάνω στα αετώματα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, δίνουν μια ζωντάνια στους Αιγινήτες Πολεμιστές και μια ξενίζουσα θεατρικότητα στις μορφές τους. Έτσι μάλιστα όπως τα έφεραν χρωματισμένα,  κάποια απ’ αυτά προ ετών στην Αθήνα σε έκθεση στο Αρχαιολογικό  Μουσείο ήταν σαν να ζωντάνευαν έτοιμα να μιλήσουν.
Τι θα έλεγαν, άραγε, στους σημερινούς  Γερμανούς, αν μπορούσαν να τους απευθύνουν το λόγο, οι αυθεντικοί αυτοί Αιγινήτες αρχαίοι ήρωες; Σας ευχαριστούμε, ίσως έλεγαν, για τη φιλοξενία δύο αιώνων, όσο καλά, όμως, κι αν είναι τα δώρα σας και οι τιμές που μας προσφέρετε, η νοσταλγία και η πίκρα της ξενιτιάς δε μας αφήνουν να τα απολαύσουμε. Νοσταλγούμε τους πευκόφυτους λόφους και τα γαλάζια ακρογιάλια της πατρίδας μας της Αίγινας, αναζητούμε την ημέρα της επιστροφής στη χώρα που μας γέννησε. Έχουμε νέους επικούς αγώνες να αναλάβουμε και να θυμίσουμε στους νέους κατοίκους του νησιού της Αίγινας και ολόκληρης της ελληνικής πατρίδας πως από την αρχαιότητα οι Έλληνες ξέρουν να δίνουν μάχες ηρωικές και να τις κερδίζουν.
Είθε και εμείς οι νέοι Έλληνες να επιδιώξουμε και να πετύχουμε όχι μόνο την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στο καινούριο Μουσείο της Ακρόπολης, για την οποία τόσο λόγος κατά καιρούς γίνεται, αλλά και την επιστροφή των ξενιτεμένων αυτών «Αιγινητών Πολεμιστών», σε ένα αντίστοιχο καινούργιο μουσείο, αντίκρυ στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα, όπου θα μπορούσαν να αναδειχτούν μαζί, το κάλος των αρχαίων γλυπτών και η ομορφιά του τόπου που τους δημιούργησε, ως μια δυναμική προοπτική για ένα εξ ίσου με το παρελθόν ένδοξο μέλλον. Να ευχηθούμε όμως και κάτι ακόμα καλύτερο και σπουδαιότερο. Ως Έλληνες πρέπει να επιδιώξουμε και να επιτύχουμε, εκτός από την επιστροφή των αρχαίων μαρμάρων και την επιστροφή στον τόπο μας της υπερηφάνειας για την ιστορία και τον πολιτισμό μας που δημιούργησε τους θησαυρούς αυτούς. Να συνειδητοποιήσουμε την ανωτερότητα του διαχρονικού ελληνικού και χριστιανικού μας πολιτισμού και να μην θυσιάζουμε αντί πινακίου φακής ή οπουδήποτε άλλου ανταλλάγματος τις αξίες της φιλοπατρίας, της ανθρωπιάς και της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης μας, τις αξίες ακριβώς αυτές που μας ανέδειξαν ανά τους αιώνες σε πνευματικούς διδασκάλους της ανθρωπότητας και συνδημιουργούς του πανανθρώπινου πολιτισμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αίγινα, Επτά ημέρες, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7 Σεπτ. 1997.
Αίγινα, εγκυκλ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, τ. 4, Αθήνα, 1997.
Α.Ρ. Ραγκαβή, Απομνημονεύματα, τ. 4, εκδ. Γεώργιος Κασδόνης, εν Αθήναις, 1895-1930.
Γ. Κουλικούρδη-Σπ. Αλεξίου, Αίγινα, Αθήναι, χ.χ.
Ο πυρετός των Μαρμάρων, Συλλογικό έργο, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1996. (Επιμέλεια-εισαγωγή: Γιώργος Τόλιας, μετάφρ.: Γιώργος Δεπάστας-Βούλα Λούβρου).
Οι κλεμμένοι ’’Αιγινήτες’’ στο Μόναχο, εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 20 Μαρτ. 2011.
Π. Ηρειώτου, Αιγινητικά, Αθήναι 1891.
Χ. Βάλτερ, Ο κόσμος της αρχαίας Αίγινας 3000-1000 π. Χ. (ελλην. μετάφρ. 1985).

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΥΣΑΚΩΦ




ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΥΣΑΚΩΦ

Η πρόσφατη κινητικότητα μεταξύ των δύο ευρωπαϊκών χωρών της Ελλάδας και της Ρωσίας και η ανακάλυψη από διπλωμάτες και οικονομολόγους των ιστορικών και πνευματικών δεσμών που συνδέουν τους δύο λαούς καθώς και της κοινής ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και παράδοσης που μας εμπνέει δίνει την αφορμή να παρουσιάσουμε κάποιες, άγνωστες στους πολλούς, σελίδες της νεότερης ιστορίας μας με έντονο ναυτικό αλλά και ορθόδοξο πνευματικό ενδιαφέρον.
 Πέρα από το Ρωσικό Ναύσταθμο στον Πόρο, το Ναυτικό Νοσοκομείο του Πειραιά, που ίδρυσε, όπως και τον ΄΄Ευαγγελισμό΄΄, η πολύ ευσεβής και φιλάνθρωπος, βασίλισσα Όλγα, σύζυγος του Γεωργίου του Α΄ και θυγατέρα Ρώσου Ναυάρχου, υπάρχει και ρώσος άγιος που κατείχε το αξίωμα του ναυάρχου του ρωσικού στόλου ο οποίος είχε μάλιστα μεγάλη ανάμιξη με τα ελληνικά πράγματα και την ελληνική ιστορία.



ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΥΣΑΚΩΦ
 ΕΝΑΣ ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΑΓΙΟΣ


Αρχιμ. Ιουστίνου Δ. Μαρμαρινού
Στρατιωτικού Ιερέα ΓΕΝ και ΣΝΔ

Στην ελληνική Ορθόδοξη παράδοση έχουμε αγίους προερχόμενους από τις τάξεις του στρατού, που κατείχαν μάλιστα υψηλή θέση στο στράτευμα, όπως ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, ο άγιος Μηνάς, ο άγιος Προκόπιος, ο άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, αγίους όμως που κατείχαν θέση αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού δεν έχουμε παρά μόνο τους μεγάλους ναυμάχους, όπως ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ο Κωνσταντίνος Κανάρης και άλλους, που διακρίνονταν για τη βαθειά τους πίστη στο Θεό και την ορθόδοξη θρησκευτικότητά τους. Να λοιπόν που σχετικά πρόσφατα ανακηρύχτηκε άγιος της  Ορθόδοξης Εκκλησίας μας Ανώτατος Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ομόδοξης χώρας και μεγάλης ναυτικής δύναμης. Η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Δεκέμβριο του 2000, ανακήρυξε άγιο το Ρώσο Ναύαρχο και Αρχηγό του Στόλου της Βαλτικής Θάλασσας Θεόδωρο Ουσακώφ, ήρωα μάλιστα του πολέμου του 1787 κατά των Τούρκων.

Ο Ναύαρχος Θ. Ουσακώφ 
Ο Ναύαρχος Ουσακώφ, έχει θέση στη νεώτερη Ελληνική ιστορία, αφού είναι ο ελευθερωτής των Ιονίων νήσων από τους Γάλλους που τα κατείχαν, το 1798, και ο ιδρυτής του πρώτου αυτόνομου Ελληνικού κρατιδίου, της ΄΄Ιονίου Πολιτείας΄΄, που ανέδειξε ηγέτη της τον Καποδίστρια και τον οδήγησε σε λίγο να κυριαρχήσει σ’ ολόκληρη τη ρωσική και ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και διπλωματία.

Ο Ρώσος ναύαρχος-άγιος γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου του 1745, στο χωριό Μπουρακόβο, κοντά στη πόλη Γιαροσλάβ της Ρωσίας, από ευσεβή και αριστοκρατική οικογένεια. Μικρός ακόμα είδε το θείο του Θεόδωρο, αξιωματικό της τσαρικής φρουράς, να εγκαταλείπει τη καριέρα του και να γίνεται μοναχός στη Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι, στη Μόσχα πράγμα που επηρέασε πολύ τη μετέπειτα ζωή και πορεία του. Από τη Ναυτική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης αποφοίτησε το 1766, με βαθμό ΄΄άριστα΄΄, και ξεκίνησε τη καριέρα του στο στόλο της Μαύρης Θάλασσας, που τότε, 1775, άρχισε να δημιουργείται από τον πρίγκιπα Ποτέμκιν. Το 1783 διακρίθηκε στη πόλη Χερσόνησο, κοντά στο Δνείπερο ποταμό, όπου ιδρύθηκαν τα πρώτα ναυπηγεία, και έλαβε το βαθμό του Κυβερνήτη μαζί και το παράσημο του Αγίου Βλαδιμήρου, για τη δράση του κατά την επιδημία πανούκλας που έπληξε τη περιοχή. Με την κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1787 ο ρωσικός στόλος με την αρχηγία του Ουσακώφ κατάφερε βαρύτατα πλήγματα κατά του υπέρτερου αριθμητικά τουρκικού στόλου. Ο Ουσακώφ με τη βαθιά ρωσική πίστη του απέδιδε τις νίκες του στο Θεό και ο ρωσικός λαός μαζί με τα πληρώματα του στόλου έλεγαν με ενθουσιασμό: «όπου είναι ο Ουσακώφ εκεί είναι και η νίκη». Ο Αντιναύαρχος πλέον Ουσακώφ δεν παρέλειπε από τη θέση του αυτή να κάνει πολλές φιλανθρωπίες και μετά από κάθε πολεμική νίκη του να καλεί τους άνδρες του σε ευχαριστήρια προσευχή και δοξολογία προς το Θεό για τη βοήθειά του. Αυτό έκανε και μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της 25ης Αυγούστου 1790 κατά των Τούρκων όταν κάλεσε τους άνδρες του σε ευχαριστήρια αγρυπνία στο ναό του Αγίου Νικολάου Σεβαστουπόλεως, ενώ τα κανόνια των πλοίων χτυπούσαν θριαμβευτικά.


Θεόδωρος Ουσακώφ 1745-1817

Όταν οι Ρώσοι χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τον επεκτατισμό των Γάλλων προς την Ανατολή και συμμάχησαν για το σκοπό αυτό με τους Τούρκους, ο Ουσακώφ ηγήθηκε του ρωσοτουρκικού στόλου και το φθινόπωρο του 1798 προχώρησε στην απελευθέρωση των Ιονίων νήσων από τους Γάλλους. Η υποδοχή που έτυχε από τους κατοίκους των νησιών ήταν ενθουσιώδης, λόγω και των βιαιοτήτων στις οποίες είχαν εν τω μεταξύ προβεί οι Γάλλοι. Ρωσικές σημαίες ανέμιζαν, και συνθήματα υπέρ της Ρωσίας και της Ορθοδοξίας επικρατούσαν[1]. Στα Κύθηρα (7 Οκτωβρίου 1798) αλλά και στα άλλα νησιά όπου διεξήχθησαν επιχειρήσεις κατά των Γάλλων η συμπεριφορά των Ρώσων προς τους ηττημένους Γάλλους διακρινόταν από ξεχωριστή ευγένεια και πολλές φορές πλήρωναν σημαντικά ποσά για να εμποδίσουν τους Τούρκους από σφαγές Γάλλων αιχμαλώτων και για να περιορίσουν τις τουρκικές λεηλασίες και αγριότητες. Στη Ζάκυνθο, όπου οι κάτοικοι είχαν εξεγερθεί και ανάγκασαν τους Γάλλους να παραδοθούν (25 Οκτωβρίου 1798) ο Ουσακώφ προσήλθε και ασπάστηκε με πολλή ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Διονυσίου αρχιεπισκόπου Αιγίνης που φυλάσσεται στο νησί. Στο Αργοστόλι μόνοι τους οι κάτοικοι κατέβασαν τη γαλλική σημαία και ύψωσαν τη Ρωσική και στην Ιθάκη φρόντισαν από πριν να πείσουν του Γάλλους σε συνθηκολόγηση. Στη Κέρκυρα με τα ισχυρά τείχη οι Γάλλοι αντιστάθηκαν περισσότερο και όπως έγραψε ο Έλληνας πλοίαρχος Γεώργιος Μεταξάς στα Απομνημονεύματά του, κατά την πολιορκία: «οι Ρώσοι έδειξαν ότι η τόλμη συνοδεύει την ανθρωπιά». Στις 19 Φεβρουαρίου του 1799 οι Γάλλοι παραδόθηκαν και οι Ρώσοι ναύτες που έμπαιναν στο λιμάνι της Κέρκυρας χαιρετούσαν τους Κερκυραίους λέγοντας: «Γεια σας Ορθόδοξοι αδελφοί μας». Στις 27 Μαρτίου 1799, με παρότρυνση του Ναυάρχου Ουσακώφ, έγινε περιφορά του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα. Οι Ρώσοι ναύτες είχαν παραταχθεί στις δύο πλευρές του δρόμου, όπου περνούσε η πομπή, και τη λάρνακα του Αγίου κρατούσαν οι άρχοντες του νησιού και ο ίδιος ο Ναύαρχος Ουσακώφ.

Θεόδωρος Ουσακώφ 

Πριν φύγει από την Κέρκυρα ο Ουσακώφ φρόντισε να εδραιωθεί η ειρήνη, και η ασφάλεια στα Επτάνησα, να συνταχθεί το σχέδιο του νέου συντάγματος και να μπουν τα θεμέλια του πρώτου ελεύθερου ελληνικού κράτους της «Πολιτείας των Επτά Ηνωμένων Νήσων». Φρόντισε δε και για την ανασύσταση της ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής και την εκλογή, μετά από αιώνες ενετοκρατίας, του πρώτου ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου Κερκύρας.
Η Γερουσία της Κέρκυρας αποχαιρετώντας τον Ουσακώφ του προσέφερε ως δώρο ένα χρυσό σπαθί με την επιγραφή «Από το νησί της Κέρκυρας στο Ναύαρχο Ουσακώφ» και από  την Ιθάκη του απένειμαν χρυσό μεταλλείο με την επιγραφή «Στον Θεόδωρο Ουσακώφ, απελευθερωτή της Ιθάκης».

Μετά την επιστροφή του στη Ρωσία ο Θεόδωρος Ουσακώφ παραιτήθηκε από την υπηρεσία του στο στόλο και εγκαταστάθηκε στο χωριό Αλεξέγιεφκα, κοντά στο Μοναστήρι Sanaxarsky, όπου ασκήτευε ο θείος του Θεόδωρος. Παρακολουθούσε τακτικά τις ακολουθίες στο μοναστήρι, νήστευε, κοινωνούσε και έκανε πολλές ευεργεσίες και φιλανθρωπίες στους φτωχούς. Κατά τον πόλεμο του 1812 με τον Ναπολέοντα άρρωστος πια, δεν μπορούσε να συμμετάσχει στον επικό αυτό αγώνα των Ρώσων, προσέφερε όμως πολλά χρήματα για να κτισθεί ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, στην πόλη Ταμπώφ, για να ανακουφίσει τα θύματα του πολέμου. Πέθανε στις 2 Οκτωβρίου του 1817 και ενταφιάστηκε στο μοναστήρι Sanaxarsky, δίπλα στον τάφο του θείου του Θεοδώρου, ιδρυτή της Μονής.

            Το 1930 η Μονή Sanaxarsky κλείστηκε από το σοβιετικό κράτος και ο τάφος του ναυάρχου παραμελήθηκε. Όταν όμως το 1941-45 χρειάστηκε να επιστρατεύσει κάθε τρόπο για να ξυπνήσει τη ρωσική ευσέβεια και να καλέσει όλους τους Ρώσους σε αγώνα μέχρις εσχάτων κατά των στρατευμάτων του Χίτλερ ο Θεόδωρος Ουσακώφ επιστρατεύτηκε, έκαναν μάλιστα και  παράσημο με το όνομα του μεγάλου Ναυάρχου «Ουσακώφ», το οποίο και αποτέλεσε το ανώτατο παράσημο για τους Ρώσους ναυτικούς. 
Από το 1991 η Μονή Sanaxarsky, με τον τάφο του Αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ, άρχισε πάλι να λειτουργεί και να προσελκύει πολλούς Ρώσους προσκυνητές.

Στην Ελλάδα, λίγο μετά την αγιοκατάταξη του Αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ, τον Οκτώβριο του 2002 διοργανώθηκε τετραήμερο εκδηλώσεων προς τιμήν του στη Κέρκυρα με συμμετοχή του ρωσικού πολεμικού «Γιαμάλ» και την παρουσία του Ρώσου αντιναυάρχου Κοβσάρ υπαρχηγού του  στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Κατά τις θρησκευτικές τελετές στο Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα παραδόθηκε τεμάχιο λειψάνων μαζί με την εικόνα του νέου Ρώσου αγίου ως προσφορά της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατόπιν αιτήματος της ελληνικής Εκκλησίας [2].


   Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου στο Sanaxarsky  

     Η Ρωσική Εκκλησία, με την ανακήρυξη του μεγάλου αυτού φιλάνθρωπου και ευσεβούς χριστιανού ως αγίου εξέφρασε τα αισθήματα του Ρωσικού λαού, αλλά και πρόβαλε το πρόσωπό του ως παράδειγμα προς μίμηση, προσέφερε δηλαδή στους Δοκίμους και στους νέους Αξιωματικούς των ορθόδοξων χριστιανικών λαών τη διαβεβαίωση ότι μπορούν άριστα να συνδυάσουν τη καριέρα του χριστιανού αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού και την αγάπη προς την πατρίδα με την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία και τέλος την αγιότητα. Η μνήμη του αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ εορτάζεται στις 26 Ιουλίου και στις 2 Οκτωβρίου, που είναι και η ημέρα του θανάτου του.



[1] Ο τότε μάλιστα Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ με εγκύκλιό του προέτρεπε τους κατοίκους των Επτανήσων να συνεργασθούν με τους συμμάχους «προς απέλασιν των αθέων και πάντα ανθρώπινον και θείον νόμον ποδοπατησάντων Γάλλων».  Ελένης Κούκου, Ιστορία των Επτανήσων, Αθήνα 19852, σ.53.
[2] Βλ. και περιοδικό «Η Δράσις μας», τ. 407 Μάρτιος 2003, σ. 114,118 . 


Η φρικτή ζωή των σκλάβων στις γαλέρες του 16ου  αιώνα


Μια μακροχρόνια αντιπαράθεση του Χριστιανικού κόσμου της Δύσεως με τη συνεχιζόμενη επιθετικότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ακολούθησε την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους το 1453. Ο αγώνας αυτός εκδηλώθηκε εντονότερα στη θάλασσα με τον Οθωμανικό στόλο να κυριαρχεί για πολλές δεκαετίες σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο, επί  Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (περ. 1475–1546) και με τους στόλους των δυτικών δυνάμεων, Βενετίας , Γένουας, Ισπανίας κλπ. να αναζητούν τρόπους για να ανακτήσουν τη χαμένη θαλασσοκρατορία τους.  Ηγετικές προσωπικότητες των δυτικών δυνάμεων στον αγώνα αυτόν αναδείχτηκαν ο Τζαν Αντρέα Ντόρια, στόλαρχος στην ατυχή  ναυμαχία της Πρέβεζας (1538) και  ο Δον Ζουάν Ντ΄ Αούστρια, θριαμβευτής στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου κατόρθωσε να καταστρέψει  ολοσχερώς τον οθωμανικό στόλο της εποχής το έτος 1571. 
Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου
Στον αγώνα αυτό επικράτησης οι δύο στόλοι, ο χριστιανικός και οθωμανικός, ανέπτυσσαν τεχνικές και μεθόδους πολέμου με σκοπό να βελτιώσουν την απόδοσή τους και να επικρατήσουν των αντιπάλων τους. Βασικό όπλο των στόλων της εποχής ήταν το βαριά εξοπλισμένο πλοίο, η γαλέρα, με μήκος που έφτανε τα 60 μέτρα και πλάτος από 5 έως  8 μέτρα. Παρά το σύγχρονο εξοπλισμό της με πυροβόλα όπλα και κανόνια η γαλέρα στα βασικά της χαρακτηριστικά ελάχιστα διέφερε από τις αντίστοιχες ρωμαϊκές γαλέρες, αλλά και τις αρχαίες αθηναϊκές τριήρεις, των οποίων υπήρξε φυσική εξέλιξη και συνέχεια. Η γαλέρα, πλοίο ισχυρό με μέσο βάρος 200 με 250 τόνους και πλήρωμα 350 άτομα περίπου είχε μέχρι και το 16ο αιώνα ως βασική κινητήρια δύναμη σκλάβους, συνήθως, κωπηλάτες, ενώ τα πανιά ελάχιστα χρησιμοποιούνταν την εποχή αυτή, σε ώρα ταξιδιού, όταν είχε ευνοϊκό άνεμο,  για να ξεκουράζονται κάπως οι κωπηλάτες, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν επί μονίμου βάσεως, αλλά κυρίως στην ώρα της μάχης που πάντα μάζευαν τα δύσχρηστα πανιά για να διευκολύνονται οι γαλέρες στους απότομους ελιγμούς και έδιναν εντατικό ρυθμό στους ερέτες.

Σκλάβοι σε Ρωμαϊκές γαλέρες
Η κατασκευή της γαλέρας, που ήταν σχεδιασμένη για πολεμικές επιχειρήσεις, ήταν στενόμακρη για να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα, είχε 25 μεγάλα κουπιά σε κάθε πλευρά, μήκους 14 μέτρων το καθένα, τα οποία τραβούσαν πέντε ή έξι κωπηλάτες καθισμένοι σε πάγκους, αλυσοδεμένοι από τον αστράγαλο, οι οποίοι έτρωγαν, κοιμούνταν, ζούσαν ή πέθαιναν στην ίδια αυτή θέση που καταλάμβανε χώρο 45 εκατοστών περίπου. Η ομοιόμορφη κίνηση των κωπηλατών γινόταν με σφυρίγματα ή βουρδουλιές και έπρεπε όλοι μαζί να σηκώνονται και να κάθονται απότομα τραβώντας με δύναμη το κουπί και δίνοντας ώθηση στη γαλέρα. Στην ένταση της μάχης, όταν οι ανάγκες για ταχύτητα, μεταβολή κατεύθυνσης ή κίνησης ΄΄όπισθεν΄΄ γίνονταν επιτακτικές η σφυρίχτρα δεν αρκούσε για να δώσει παραγγέλματα και έπαιρνε τη θέση της το μαστίγιο. Όταν τα χτυπήματα πύκνωναν και τα βασανιστήρια γίνονταν ανυπόφορα επιτρεπόταν στους κωπηλάτες να κάνουν χρήση ενός πώματος από φελλό, το οποίο είχαν κρεμασμένο στο λαιμό τους και να το σφίγγουν ανάμεσα στα δόντια τους για να αντέχουν τον πόνο. Ουσιαστικά οι κωπηλάτες, που αποτελούσαν τα τρία τέταρτα του πληρώματος ζούσαν σε μία κόλαση, εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες, αφού πάνω τους δεν υπήρχε κατάστρωμα παρά μόνο μια τέντα, μέσα σε βρωμιές και ακαθαρσίες, με ποντίκια να κυκλοφορούν ελεύθερα, σε μια ατμόσφαιρα ανυπόφορης δυσωδίας πέρα από τη σκληρή και βασανιστική εργασία στην οποία μόνιμα υποβάλλονταν. Από τις διάφορες ναυτικές δυνάμεις της εποχής μόνο οι Ιππότες της Μάλτας είχαν μια σπάνια για την εποχή αίσθηση υγιεινής και έβγαζαν κατά διαστήματα τις γαλέρες τους στα ρηχά για να τις καθαρίσουν. Οι ευγενείς που συνόδευαν συχνά τα πλοία μπορεί να απέφευγαν να βλέπουν το δυσάρεστο αυτό θέαμα δε μπορούσαν όμως να αποφύγουν τη βαριά δυσάρεστη οσμή που αναδυόταν μέρα και νύχτα από το δυστυχισμένο εκείνο πλήθος, ιδιαίτερα όταν είχε άπνοια ή αντίθετο άνεμο. Από την εποχή μάλιστα αυτή άρχισε να εμφανίζεται  και η μεσογειακή συνήθεια της χρήσης έντονων ανδρικών αρωμάτων από τους ναυτικούς για το λόγο ακριβώς της εξουδετερώσεως της δυσοσμίας αυτής. Το σύνηθες πλήρωμα μιας γαλέρας, όπως το γνωρίζουμε από την ακριβή περιγραφή του πληρώματος του Τζαν Αντρέα Ντόρια, περιλάμβανε πέρα από τον καπετάνιο, τον αρχηγό του πεζικού, ένα σημαιοφόρο, δύο εκπροσώπους των ευγενών, 3 εργάτες, 2 τσιράκια, 2 αρχιβομβαρδιστές, 4 βομβαρδιστές, έναν  ιερέα, έναν γιατρό, 8 λοστρόμους, 30 ναύτες, 100 στρατιώτες και 200 κωπηλάτες. Οι αξιωματικοί και οι σπάνιοι επιβάτες έμεναν στα ελάχιστα δωμάτια που υπήρχαν στη πρύμνη του πλοίου, το πλήρωμα όπου έβρισκε καθώς δεν υπήρχαν πάγκοι ή ιδιαίτεροι χώροι και οι κωπηλάτες κοιμόνταν πάνω στους πάγκους τους αλυσοδεμένοι. Η τροφή τους ειδικά σε περιόδους πολέμου, οπότε επέβαιναν και στρατιωτικά τμήματα, ήταν πάντα περιορισμένη και περιλάμβανε για τους κωπηλάτες 850 γραμμάρια γαλέτα την ημέρα και μια σούπα από φάβα χωρίς λάδι κάθε δεύτερη ημέρα, ενώ κρέας και κρασί δικαιούνταν τέσσερις φορές το χρόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τις απόκριες. Αντίθετα το πλήρωμα και οι στρατιώτες δικαιούνταν πέρα από τη γαλέτα και τη σούπα μια μερίδα κρασί και 200 γραμμάρια κρέας ή παστό ψάρι την ημέρα. Το νερό και το κρασί δύσκολα αποθηκεύονταν και ιδίως το νερό είχε πάντα μία άσχημη γεύση από τα ξύλινα βαρέλια, αφού τα γυάλινα δοχεία δεν ήταν πάντα διαθέσιμα.  Γι αυτό άλλωστε υπήρχε ανάγκη για συχνές στάσεις  ανεφοδιασμού με φρέσκο πόσιμο νερό. Το σιτηρέσιο βέβαια διαφοροποιείτο αν αντί για καταδίκους υπήρχαν ναυτικοί επί μισθό ή απλώς για να εξοφλήσουν χρέη. Η ζωή των ανθρώπων αυτών ήταν οπωσδήποτε καλύτερη, αφού αντιμετωπίζονταν ως μέλη του πληρώματος και χρησιμοποιούνταν συχνά και ως ένοπλοι στρατιώτες στις επιχειρήσεις, το λειτουργικό κόστος όμως της γαλέρας τότε ανέβαινε και το αποτέλεσμα στην ταχύτητα του πλοίου δεν ήταν τόσο ικανοποιητικό.


΄Κωπηλάτες σε Ισπανικές γαλέρες



  
Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, πέρα από το ενδιαφέρον της για κινητοποίηση και συντονισμό των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως για την αντιμετώπιση του μουσουλμανικού κινδύνου, γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε πάνω στις γαλέρες, αφού καθολικός ιερέας αποτελούσε συχνά μέλος του πληρώματος και φρόντιζε να προσαρμόζει τις εντολές της στις ανάγκες των ναυτικών. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες της εποχής ΄΄Χάρη σε ένα προνόμιο που παραχώρησε η Εκκλησία, στις γαλέρες ο επιβάτης που επιθυμεί να φάει φρέσκο μοσχαρίσιο ή κατσικίσιο κρέας που έκλεψαν στη στεριά οι στρατιώτες ή που έκλεψε ο ίδιος, μπορεί να το φάει ακόμα και τη Σαρακοστή κατά τη διάρκεια της νηστείας, την Παρασκευή, τις παραμονές των εορτών και όλες τις άλλες απαγορευμένες ημέρες. Μπορούν να το κάνουν χωρίς βάρος στη συνείδησή τους΄΄1. Το ενδιαφέρον βέβαια αυτό επιδεικνύονταν γιατί παρόλη τη σκληρότητα του ναυτικού επαγγέλματος υπήρχε πάντα στους ναυτικούς μια ιδιάζουσα θρησκευτικότητα αναμεμιγμένη με προλήψεις και δεισιδαιμονίες.
Το πρόβλημα, όμως, στις γαλέρες ήταν ότι μ΄ αυτές τις συνθήκες διαβίωσης υπήρχαν μεγάλες απώλειες κωπηλατών, οι οποίοι πέθαιναν συχνά από τη σκληρή ζωή, τη κακομεταχείριση και τις αρρώστιες. Αυτοί που τροφοδοτούσαν τις τάξεις των κωπηλατών ήταν κατάδικοι, φυλακισμένοι για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οι καλύτεροι όμως ερέτες ήταν πάντα οι ισοβίτες, που σύντομα αποδέχονταν τη μοίρα τους, προσαρμόζονταν στα βάσανα της γαλέρας και έτσι άντεχαν και απέδιδαν περισσότερο. Οι αιχμάλωτοι πολέμου, σκλάβοι μουσουλμάνοι, που συλλαμβάνονταν ή αγοράζονταν ήταν πάντα μια βασική πηγή κωπηλατών, με καλύτερα προσαρμοζόμενους  και πιο αποδοτικούς τους Μαυριτανούς (Βερβερίνους), ενώ οι Τούρκοι αιχμάλωτοι δεν απέδιδαν πολύ στην εργασία και οι περισσότεροι νέγροι πέθαιναν γρήγορα από μελαγχολία. Επειδή στις γαλέρες  πάντα υπήρχε ανάγκη μυϊκής δύναμης τα δικαστήρια της εποχής, λαϊκά και εκκλησιαστικά φρόντιζαν να στέλνουν με μεγάλη ευχέρεια  φυλακισμένους και καταδίκους στις γαλέρες, τους ονομαζόμενους γι αυτό γαλερίτες.  Η Ιερά Εξέταση έκανε πολλή δουλειά.  ΄΄Μάγοι, πλαστογράφοι, αγύρτες, δολοφόνοι, Εβραίοι, αιρετικοί, ομοφυλόφιλοι, βέβηλοι ιερείς, ασεβείς ποιητές, «καταραμένοι καλλιτέχνες», μοιχοί και απλοί βλάσφημοι- η βλασφημία, όπως και η διγαμία, επέφερε ποινή δέκα χρόνων στο κουπί- βρίσκονταν μαζί, αλυσοδεμένοι στον πάγκο της κωπηλασίας για απροσδιόριστο χρόνο, γιατί εξάλλου ένας καπετάνιος με έλλειψη κωπηλατών είχε την ευχέρεια να τους κρατήσει όσο χρόνο επέλεγε ο ίδιος΄΄, αναφέρουν  πηγές της εποχής2.
Ενώ όμως τις γαλέρες των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως φρόντιζε  να τις τροφοδοτεί η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία με την αποστολή άφθονων καταδικασμένων αιρετικών και άλλων αμαρτωλών, με το σκεπτικό να βασανιστεί εδώ το σώμα τους για να σωθεί στην άλλη ζωή η ψυχή τους, είναι αξιοσημείωτο και εντυπωσιακό το ενδιαφέρον κάποιων απεσταλμένων μισιοναρίων της στην Ανατολή, Ιησουϊτών και  αργότερα Καπουκίνων μοναχών, για την τύχη των χιλιάδων χριστιανών σκλάβων που είχαν αιχμαλωτιστεί και υπηρετούσαν ως ισόβιοι κωπηλάτες στις τουρκικές γαλέρες. Ακόμα και μέσα στις μεγαλύτερες σκοπιμότητες και προπαγάνδες μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι ειλικρινείς, με προσφορά και αυτοθυσία. Οι Ιησουΐτες που ήταν εγκατεστημένοι στο Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως επισκέπτονταν τακτικά τον τουρκικό ναύσταθμο (Bagno) και πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στους δυστυχείς εκείνους ανθρώπους, ιδίως όμως τους πρόσφεραν διέξοδο στα βάσανά τους την πίστη και την ελπίδα. Υποβλητικές και γεμάτες από μυστικισμό και έξαρση προς το θείο περιγράφονται από αυτόπτες μάρτυρες οι βραδινές ή νυχτερινές λειτουργίες, που τελούσαν οι Ιησουΐτες, μέσα στον τόπον εκείνο της δυσωδίας και της κοινωνικής αθλιότητας. Οι ψαλμωδίες, οι εξομολογήσεις, η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας μέσα στη νύχτα, αφού τότε μόνο έβρισκαν κάποια ελευθερία οι σκλάβοι, δονούσαν τα εξουθενωμένα νεύρα τους, συγκλόνιζαν τις κουρασμένες ψυχές τους, τους έφερναν δάκρυα στα μάτια και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, τους δημιουργούσαν θρησκευτικό παραλήρημα και  παραισθήσεις και τους έκαναν να ζουν στιγμές υπερκόσμιες3. Η ίδια δράση των Ιησουϊτών επεκτεινόταν και στις γαλέρες που ήταν προσορμισμένες στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα στους σκλάβους κωπηλάτες. Τόσο μεγάλη ήταν η αφοσίωση που έδειχναν στο φιλανθρωπικό έργο τους οι Ρωμαιοκαθολικοί αυτοί μοναχοί ώστε, όπως βεβαιώνει ο μακαριστός καθηγητής, υποβάλλονταν σε μόχθους, ταλαιπωρίες και κινδύνους, ιδίως κατά την περιποίηση των ασθενών, ώστε έβρισκαν κάποτε και οι ίδιοι το θάνατο στη προσπάθειά τους να ανακουφίσουν τους ασθενείς. Αλλά και σε άλλα λιμάνια έκαναν το ίδιο.  Οι ίδιοι οι σημερινοί Ιησουΐτες ομολογούν πως ένα από τα κριτήρια επιλογής των τόπων στους οποίους εγκαταστάθηκαν τότε αποστολές Ιησουϊτών στην Ανατολή ήταν τα λιμάνια, όπου διαχείμαζαν οθωμανικές γαλέρες με χριστιανούς κωπηλάτες. Έτσι ίδρυσαν σταθμούς στη Σμύρνη, τη Χίο, τη Νάξο, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Χαλκίδα, τη Κύπρο κ.α. για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους χριστιανούς σκλάβους των πλοίων. Φρόντιζαν ακόμη για τον εφοδιασμό όσων απελευθερώνονταν με εξαγορά ή όσων δραπέτευαν από τις γαλέρες και ήθελαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, ενώ οργάνωναν ολόκληρο δίκτυο διαφυγής και διασώσεώς τους.

                Ενώ όμως τα χρόνια περνούσαν και τα μαρτύρια των σκλάβων συνεχίζονταν, τόσο από την πραγματική ανάγκη κίνησης των πλοίων όσο και από την απάνθρωπη ορθολογιστική προσπάθεια μείωσης του όποιου λειτουργικού κόστους, που πάντα αδιαφορεί για το πόσο ανθρώπινο πόνο μπορεί να προκαλέσει αρκεί να εξασφαλιστεί φτηνή κινητήριος, μυϊκή εν προκειμένω, δύναμη, έρχεται η ίδια η ζωή και η ιστορία να δώσει λύση στο μαρτύριο των χιλιάδων σκλάβων των γαλερών. Από το 17ο αιώνα, και ουσιαστικά μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, άρχισε να διαφοροποιείται ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου και η κίνηση των πλοίων στράφηκε προς την ιστιοπλοΐα, η οποία εξελίχτηκε σε αποκλειστική κινητήριο δύναμη των πλοίων και επιδέξια ναυτική τέχνη, όπως αναδείχτηκε τους επόμενους αιώνες μέχρι και αυτή να παραδώσει την σκυτάλη στο σίδερο και τον ατμό που επικράτησαν ολοκληρωτικά στην πολεμική και εμπορική ναυσιπλοΐα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Όσοι βασανίστηκαν τόσους αιώνες στα κάτεργα αυτά των γαλερών ασφαλώς δεν ήταν όλοι κακούργοι ή άξιοι της τύχης τους εγκληματίες. Υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου, τίμιοι ναυτικοί εξανδραποδισμένοι από πειρατές ή κουρσάρους, ανθρώπινη σάρκα πουλημένη σαν εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ακόμα όμως και οι αιρετικοί, οι αμαρτωλοί και οι εγκληματίες οι καταδικασμένοι στο κουπί, δεν έπαυαν να είναι άνθρωποι που διέπραξαν ίσως κάποια λάθη στη ζωή τους και κανείς από αυτούς δεν άξιζε μια τέτοια απάνθρωπη μεταχείριση. Ούτε για τον εχθρό του δε μπορεί κανείς να εύχεται μια τέτοια τύχη πολύ περισσότερο να επιβάλει ο ίδιος τέτοια βασανιστήρια σε ανθρώπινα πλάσματα. Δε μπορεί επίσης στο όνομα της οποιασδήποτε σκοπιμότητας να δικαιολογήσει κανείς την πολιτική της τότε Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που συντηρούσε μια τέτοια βαναυσότητα έστω και με τον απώτερο σκοπό να ενισχύσει το χριστιανικό αγώνα εναντίον των απίστων ή για να ταλαιπωρήσει το σώμα των αμαρτωλών για να σωθεί μετά θάνατον η ψυχή τους. Ούτε φυσικά οι οποιεσδήποτε ανθρωπιστικές ενέργειες και αλτρουϊστικές πράξεις μεμονωμένων προσώπων, εν προκειμένω των Ιησουϊτών, μπορούν να αμνηστεύσουν εγκληματικές πράξεις ή παραλήψεις άλλων ομοδόξων τους. Ας ευχηθούμε να μην υπάρξουν άλλες εποχές με τέτοια σκληρή μεταχείριση ανθρώπου από άνθρωπο ούτε και υποκριτική αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο που υπάρχει και σήμερα αρκετός σε κάποια μέρη του πλανήτη μας.

Ένας βαρώνος σκλάβος στις τουρκικές γαλέρες

Μια αποκαλυπτική εικόνα των συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν στις γαλέρες του Οθωμανικού Ναυτικού κατά τον 16ο  αι., μας παρέχει ο βαρώνος Βέγκεσλα Βρατισλάφ φον Μήτροβιτς, Ναυτικός Ακόλουθος στην Αυστριακή πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος συνελήφθη από τους Τούρκους το 1591 και ερρίφθη μαζί με άλλους καταδίκους και σκλάβους ως κωπηλάτης σε τουρκική γαλέρα. Προσέξτε ότι τα βάσανα ενός ανθρώπου στη θέση αυτή αυξάνονταν όχι τόσο από την αναγκαιότητα διεξαγωγής του πολέμου, αλλά από την απάνθρωπη σκληρότητα και αδιαφορία του βασανιστή για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλούσε έστω και σ΄ έναν εχθρό του.

«...Ωδηγήθημεν επί της γαλέρας, μεγάλου πολεμικού πλοίου, υπό την επίβλεψιν προσεκτικής φρουράς. Ο δε Αχμέτ – Ρεϊς, (πλοίαρχος) κυβερνήτης του πλοίου, Χριστιανός γεννηθείς εις Ιταλίαν και κατόπιν μεταστραφείς εις Τούρκον, μας παρέλαβεν αμέσως και διέταξεν όλους να μας αλυσοδέσουν επί των κωπών. Το πλοίον ήτο ευμέγεθες και εσωτερικώς αυτού πέντε φυλακισμένοι ήτο δυνατόν να κάθηνται εφ’ ενός θρανίου και να κωπηλατούν όλοι συγχρόνως. Απίστευτον πόσον μεγάλη είνε η αθλιότης της κωπηλασίας επί της γαλέρας· ουδέν έργον εις τον κόσμον δύναται να είνε σκληρότερον· διότι αλυσσοδένουν έκαστον φυλακισμένον με τον ένα πόδα υπό το κάθισμά του και τον αφίνουν ελεύθερον να κινηθή τόσον, ώστε να φθάνη το θρανίον και να κωπηλατή. Ως εκ του μεγάλου καύσωνος είναι αδύνατον να κωπηλατήση  τις άλλως πως ή γυμνός ούτε να φέρει επί του σώματος άλλο τι πλην λινής περισκελίδος. Οσάκις δε τοιούτον πλοίον διέλθη τα Δαρδανέλλια και εξέλθη εις το ανοικτόν πέλαγος, εις τας χείρας εκάστου αιχμαλώτου θα διαπερασθούν σιδηροί δακτύλιοι, ίνα μην δύναται να αντισταθή και αμυνθή κατά των Τούρκων. Ούτω λοιπόν ο αιχμάλωτος, σιδηροδέσμιος εις χείρας και πόδας, οφείλει νυχθημερόν να κωπηλατή πλην περιπτώσεων τρικυμίας, και μέχρις ότου το δέρμα του καή ως του καψαλισμένου χοίρου και διαρραγή εκ της θερμότητος. Ο ιδρώς τρέχει εντός των οφθαλμών και διαβρέχει ολόκληρον το σώμα εξ ων γεννάται υπερβολική αγωνία, ειδικώς εις ανθρώπους με χείρας μεταξωτάς μη εξοικειωμένας εις την εργασίαν επί των οποίων σχηματίζονται εκ των κωπών φλύκταιναι· εν τούτοις πρέπει να δοθεί η ταχύτης δια της κώπης, διότι, οσάκις ο διοικητής του πλοίου ίδη τινά να αναπνέη και να σταματά, τον κτυπά αμέσως με την μάστιγα των γαλερών δια τους δούλους ή με υγρόν σχοινίον εμποτισμένον εις την θάλασσαν, έως ότου του καλύψη το σώμα με αιματηρούς μόλωπας. Παρ’ όλα ταύτα ο αιχμάλωτος οφείλει να σιγά, ούτε καν να τον ατενίζη, ουδέ να είπη «Ωχ!» διότι ακολουθούν αμέσως διπλάσια κτυπήματα και, επί πλέον, αι ερεθιστικαί αύται φράσεις «-Α! σκύλε! διατί γογγύζεις, αντιλέγεις και οργίζεσαι;»
Ακριβώς ούτω συνέβη εις ένα των συντρόφων μας, Αυστριακόν ιππότην, μιξοπόλιον άνδρα, ο οποίος όταν του εκτύπησεν ο Τούρκος με την μάστιγα τους γυμνούς ώμους, εφώναξε δις ή τρις: «- Ωχ! μη με κτυπάς δι’ όνομα του Θεού!». Ο Τούρκος όμως·  ως μη εννοών την γλώσσαν που ωμίλει, εφαντάσθη ότι τον εβλασφήμει και εκτύπησεν ισχυρώς τον πτωχόν άθλιον ο οποίος υπεχρεώθη να μάθη την υπομονήν με τα υπόλοιπα κτυπήματα. Την υπερβολικήν εκείνην αθλιότητα ουδείς δύναται να διηγηθή ή να πιστεύση ότι το ανθρώπινον σώμα ταλαιπωρούμενον με παν είδος άλγους δύναται να υποφέρη και αντέχη τόσον πολύ. Εν πρώτοις εκ του υπερβολικού καύσωνος καθ’ όλην την ημέραν αισθάνεται ο άνθρωπος όχι μόνον ότι εισάγεται εντός κλιβάνου αλλ’ ότι και ψήνεται· δεύτερον οφείλει να κωπηλατή μέχρις ότου διαρραγούν τα οστά και αι φλέβες του· και τρίτον να αναμένη εν πάση στιγμή την κοινήν μάστιγα και το διάβροχον σχοινίον· πολλάκις δε ουτιδανοί ανόητοι Τουρκόπαιδες διασκεδάζουν με το να κτυπούν τους αιχμαλώτους, τον έναν μετά τον άλλον από θρανίου εις θρανίον και να γελούν μ’ εκείνους. Εις πάντα ταύτα ο αιχμάλωτος οφείλει όχι μόνον να λαμβάνη υπομονήν προ του ουτιδανού εκείνου και να συγκρατή την γλώσσαν του, αλλά και αν δύναται να τον φθάνη οφείλει να του ασπάζηται την χείρα ή τον πόδα και να παρακαλή τον αχρείον παίδα να μη οργισθή εναντίον του.
 Ως τροφή δίδονται μόνον δύο μικρά πλακούντια διπυρίτου. Οσάκις κατεπλέομεν εις νήσους κατοικουμένας υπό Χριστιανών ηδυνάμεθα ενίοτε να ζητώμεν ή αν είχωμεν χρήματα ν’ αγοράζομεν ημείς ολίγον οίνον και ενίοτε ολίγην σούπαν. Οσάκις επίσης παρεμένομεν επί 1,2,3 ή και περισσοτέρας ημέρας ηγκυροβολημένοι, επλέκομεν χειρόκτια και περιπόδια βαμβακερά, τα επωλούμεν και ηγοράζομεν ενίοτε επιπρόσθετον τροφήν την οποίαν ημείς αυτοί εμαγειρεύομεν επί του πλοίου. Αν και τα θρανία εις το πλοίον εκείνο ήσαν πως μικρά ουχ ήττον επί εκάστου τούτων εκάθηντο 5 εξ ημών σιδηροδέσμιοι.
Είχομεν δε και αφθονίαν φθειρών και κοριών, αλλά τα δέρματα και σώματά μας ήσαν ήδη τόσον κεκαλυμμένα εκ δηγμάτων και εψημένα εκ της θερμότητος του ηλίου ώστε ολίγον αισθανόμεθα την ενόχλησιν εκείνην. Έκαστος ημών είχε βεβαίως δύο κυανά υποκάμισα και μίαν ερυθράν μπλούζαν· άλλα ενδύματα δεν υπήρχον, αλλά και εκείνα τα εφορούμεν μόνον εν ώρα νυκτός. Η ζωή μας επί του πλοίου εκείνου ήτο αληθώς αθλιεστάτη και θλιβερωτάτη και χειροτέρα του θανάτου…»4.



[1] Μαρτυρία Παντέρο Παντέρα εν Αρίνγκο Πετάκο Ο Σταυρός και η Ημισέληνος, μτφ Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, Στέλλα Πεκιαρίδη, Ωκεανίδα, Αθήνα 2006, σ. 126.
[2] Αυτόθι σ. 123.                 
[3] Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Γ’ τομ., Θεσσαλονίκη 1968.
[4] Mitrowitz, Wegeslaw Wratislaw, von «Η Κωνσταντινούπολις κατά τον 16ο αιώνα 1591-1596» μτφ. Ιωάννου Επ. Δρύσκου, Τύποις Παπαπαύλου, Αθήνα 1920, σ. 143 – 145. Βλ. επίσης
http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/f/3/d/metadata-9346f9f0433c54c9b76caeabcf61a7ad_1284115785.tkl
καθώς και http://perialos.blogspot.com/2011/10/blog-post_04.html