Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ, Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Οι αρχές του κοινωνικού δόγματος 

της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Εκδηλώσεις μνήμης στο Βορόνεζ επί τ 70η επετείω των επιθετικών επιχειρήσεων του σοβιετικού στρατού στον ποταμό Ντον
VIII.1. Ο πόλεμος αποτελεί ένα φυσικό φαινόμενο της κρυφής πνευματικής ασθένειας της ανθρωπότητας, δηλαδή του αδελφοκτόνου μίσους (Γεν. 4. 3-12). Οι πόλεμοι συνοδεύουν όλη την ιστορία της ανθρωπότητας μετά την πτώση και σύμφωνα με το λόγο του Ευαγγελίου,θα τη συνοδεύουν και στο μέλλον: «ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι» (Μκ. 13. 7). Περί αυτών μαρτυρεί και η Αποκάλυψη, αφηγούμενη την έσχατη μάχη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και κακού δίπλα στο όρος Αρμαγεδδών  (Αποκ. 16. 16). Οι επίγειοι πόλεμοι αντικατοπτρίζουν τον ουράνιο πόλεμο, διότι είναι καρποί της υπερηφάνειας και της αντίστασης στο Θείο θέλημα. Τραυματισμένος από την αμαρτία ο άνθρωπος αναμείχθηκε σε αυτόν τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι κακό και η αιτία του, όπως και η αιτία του κακού μέσα στον άνθρωπο γενικότερα, είναι μια αμαρτωλή κατάχρηση της θεοδώρητης ελευθερίας, «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Μθ. 15. 19).
Ο φόνος, χωρίς τον οποίο δεν υφίστανται οι πόλεμοι, θεωρείτο βαρύ έγκλημα ενώπιον του Θεού ήδη από την αυγή της ιερής ιστορίας. «Οὐ φονεύσης», αναφέρει ο μωσαϊκός νόμος (Εξ. 20. 13). Στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και σε όλες τις αρχαίες θρησκείες, το αίμα είχε ένα ιερό χαρακτήρα, διότι το αίμα είναι η ζωή (Λευ. 17. 11-14). «Το αίμα μιάνει τη γη», αναφέρεται στην Αγία Γραφή. Όμως το ίδιο βιβλικό κείμενο προειδοποιεί όσους καταφεύγουν στη βία: «καὶ οὐκ ἐξιλασθήσεται ἡ γῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ΄ αὐτῆς, ἀλλά ἐπὶ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχέοντος» (Αριθ. 35. 33).
.


VIII.2. Μεταφέροντας στους ανθρώπους την καλή είδηση της συμφιλίωσης (Ρωμ 10. 15), αλλά ευρισκόμενοι στον «κόσμο τούτο», ο οποίος ζει στο κακό (Α Ιω. 5. 19) και είναι γεμάτος βία, οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν άθελά τους την βιοτική ανάγκη να συμμετέχουν σε διάφορες μάχες. Αναγνωρίζοντας τον πόλεμο ως κακό, η Εκκλησία δεν απαγορεύει στα τέκνα της να συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις, εάν πρόκειται για την προστασία των πλησίον και την αποκατάσταση της παραβιασθείσης δικαιοσύνης. Σε αυτή την περίπτωση, καίτοι ο πόλεμος θεωρείται ανεπιθύμητος, αποτελεί όμως ένα αναγκαστικό μέσο. Η Ορθοδοξία σε όλες τις εποχές αντιμετώπιζε με βαθύτατο σεβασμό τους στρατιώτες, οι οποίοι έσωζαν με τη ζωή τους τις ζωές άλλων και διατηρούσαν την ασφάλεια των πλησίον. Πολλοί στρατιώτες κατατάχθηκαν από την Αγία Εκκλησία στη χορεία των Αγίων με βάση τις χριστιανικές τους αρετές και αυτούς περιέγραφαν τα λόγια του Χριστού: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιω. 15. 13)
Ρωσικά στρατεύματα
Όταν ο Άγιος Ισαπόστολος Κύριλλος, απεσταλμένος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να κηρύξει το Ευαγγέλιο, έφτασε στην πρωτεύουσα των Σαρακηνών, οι μορφωμένοι οπαδοί του Μωάμεθ άρχισαν να λογομαχούν μαζί του. Μεταξύ άλλων του ετέθη και η ακόλουθη ερώτηση: «Ο Χριστός είναι ο Θεός Σας, ο Οποίος σας έδωσε την εντολή να προσεύχεστε υπέρ των εχθρών σας, να κάνετε καλό σε όσους σας μισούν και σας διώκουν, σε όσους σας χτυπούν στο ένα μάγουλο να τους προτείνεται και το άλλο. Ενώ εσείς τι κάνετε; Εάν σας προσβάλλει κανείς, ακονίζετε το όπλο σας, αρχίζετε τον πόλεμο και σκοτώνετε. Γιατί δεν υπακούετε τον Χριστό σας;» Όταν τελείωσαν ο Άγιος Κύριλλος ρώτησε τους συνομιλητές του: «εάν κάποιος νόμος περιέχει δυο εντολές, ποιος θα είναι ο καλύτερος εφαρμοστής του νόμου: αυτός που θα εφαρμόσει μία μόνο εντολή ή αυτός που θα εφαρμόσει και τις δυο;» Οι Αγαρηνοί απάντησαν ότι καλύτερος θα είναι εκείνος που θα εφαρμόσει και τις δυο εντολές, και ο Άγιος κήρυκας συνέχισε: «Ο Χριστός, ο Θεός ημών, ο Οποίος μας έδωσε εντολή να προσευχόμαστε υπέρ όσων μας προσβάλλουν και να τους ευεργετούμε, ανέφερε επίσης ότι κάνεις από μας δε θα μπορέσει να φανερώσει περισσότερη αγάπη στη ζωή μας παρά εκείνος, ο οποίος θα θυσιάσει τη ψυχή του υπέρ των φίλων του (Ιω. 15. 3). Για αυτό το λόγο ανεχόμαστε μεγαλόψυχα τις προσωπικές προσβολές, αλλά μέσα στην κοινωνία υπερασπιζόμαστε ένας τον άλλον και θυσιάζουμε τις ψυχές μας μαχόμενοι υπέρ των φίλων μας, ώστε εσείς, όταν αιχμαλωτίζετε τους συμπολίτες μας, μαζί με τα σώματα να μην αιχμαλωτίσετε και τις ψυχές τους, αναγκάζοντάς τους να αρνηθούν την πίστη τους και να προβούν σε θεομίσητα έργα.
Ευλογία πιστών Ρώσων στρατιωτών
Οι φιλόχριστοι στρατιώτες μας φυλάσσουν με τα όπλα στα χέρια την Αγία Εκκλησία, τον βασιλέα, στην ιερή μορφή του οποίου τιμούν την εικόνα του Βασιλέα των Ουρανών, την πατρίδα, με την καταστροφή της οποίας αναπόφευκτα θα ανατραπεί και η εξουσία και θα κλονιστεί η ευαγγελική πίστη. Αυτές είναι οι πολύτιμες παρακαταθήκες, για τις οποίες πρέπει να μάχονται οι στρατιώτες μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματος τους, και εάν στο πεδίο της μάχης θυσιάσουν τις ψυχές τους η Εκκλησία θα τους κατατάξει στη χορεία των Αγίων μαρτύρων και θα τους ονομάσει πρεσβευτές ενώπιον του Θεού».
VIII.3. «Πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται» (Μτθ. 26. 52),  σε αυτά τα λόγια του Σωτήρα ευρίσκει τη θεμελίωσή της η θεωρία του δίκαιου πολέμου. Από τη χριστιανική άποψη  η έννοια της ηθικής δικαιοσύνης μέσα στις διεθνείς σχέσεις πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες αρχές: στην αγάπη προς τους πλησίον και προς την πατρίδα, στην κατανόηση των αναγκών των άλλων λαών, στην πεποίθηση ότι το καλό του λαού δεν υπηρετείται με ανήθικα μέσα. Αυτές οι τρεις αρχές προσδιόρισαν τα ηθικά όρια του πολέμου, τα οποία διαμόρφωσε ο χριστιανικός κόσμος το Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι, προσαρμοζόμενοι στην πραγματικότητα, προσπαθούσαν να περιορίσουν το στοιχείο της πολεμικής βίας. Ακόμα και τότε υπήρχε η πεποίθηση ότι ο πόλεμος πρέπει να ακολουθεί ορισμένους κανόνες και ότι ο μαχόμενος δεν πρέπει να χάνει την ηθική του μορφή, λησμονώντας ότι και ο αντίπαλος του είναι το ίδιο άνθρωπος όπως αυτός.
Η διαμόρφωση των υψηλών νομικών κανόνων στις διεθνείς σχέσεις θα ήταν ανέφικτη χωρίς εκείνη την ηθική επιρροή, την οποία άσκησε ο χριστιανισμός στις διάνοιες και στις καρδιές των ανθρώπων.  Αν και στην πράξη η απαίτηση για μια δίκαιη διεξαγωγή πολέμου συχνά δεν ικανοποιείτο, εντούτοις η προβολή του ζητήματος για δικαιοσύνη συγκρατούσε τους μαχόμενους από την υπερβολική βία. 
Από την τελετή ορκωμοσίας στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων
Στη δυτική χριστιανική παράδοση, η οποία ανάγεται στον Ιερό Αυγουστίνο, όταν προσδιορίζεται κατά πόσον είναι δίκαιος ο πόλεμος, συνήθως επικαλούνται μια σειρά από γεγονότα, τα οποία καθορίζουν το αποδεκτό της αρχής του πολέμου στο εσωτερικό ή σε ξένο έδαφος. Μεταξύ αυτών δύνανται να αναφερθούν τα εξής:
ο πόλεμος πρέπει να κηρυχθεί για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης,
μόνο η νόμιμη εξουσία δικαιούται να κηρύξει τον πόλεμο,
το δικαίωμα της χρήσης βίας δεν ανήκει σε ξεχωριστά πρόσωπα ή σε ομάδες προσώπων, αλλά στους εκπροσώπους των πολιτικών αρχών που θεσπίστηκαν άνωθεν,
ο πόλεμος δύναται να κηρυχθεί αφού εξαντληθούν όλα τα ειρηνικά μέσα για τη διεξαγωγή συνομιλιών με την αντίπαλη πλευρά και την αποκατάσταση της αρχικής κατάστασης,
ο πόλεμος πρέπει να κηρυχθεί μόνο σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες ελπίδες για την επίτευξη των τεθέντων σκοπών,
οι προβλεπόμενες πολεμικές απώλειες και καταστροφές πρέπει να αντιστοιχούν στην κατάσταση και στους σκοπούς του πολέμου (η αρχή της αναλογικότητας των μέσων),
στην διάρκεια του πολέμου πρέπει να εξασφαλισθεί η προστασία του άμαχου πληθυσμού  από τις πολεμικές επιχειρήσεις,
Αγιασμός  επί του θωρηκτού Γ. Αβέρωφ 2011
ο πόλεμος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν σκοπεύει στην αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης.
Μέσα στο σύγχρονο σύστημα των διεθνών σχέσεων είναι δύσκολο ορισμένες φορές να διακρίνουμε τον επιθετικό πόλεμο από τον αμυντικό. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου είναι πολύ λεπτή, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όταν ένα ή περισσότερα κράτη ή η παγκόσμια κοινότητα αρχίζουν τις πολεμικές ενέργειες με τη δικαιολογία της αναγκαιότητας της προστασίας του λαού που δέχθηκε επίθεση (πρβλ. XV. 1). Ως προς αυτό, το ερώτημα της υποστήριξης ή καταδίκης από την Εκκλησία των πολεμικών επιχειρήσεων χρείζει ξεχωριστής εξέτασης κάθε φορά που αυτές αρχίζουν ή υπάρχει κίνδυνος να αρχίσουν.
Μια από τις σαφείς ενδείξεις, με βάση τις οποίες μπορούμε να κρίνουμε για το αν οι μαχόμενοι έχουν δίκαιο ή άδικο, είναι  οι μέθοδοι διεξαγωγής του πολέμου όπως επίσης και η στάση απέναντι στους αιχμαλώτους και στον άμαχο πληθυσμό,  ιδιαίτερα στα γυναικόπαιδα και στους ηλικιωμένους. Ακόμα και αμυνόμενος ο άνθρωπος μπορεί να διαπράξει κάθε είδους κακό και κατ᾽ αυτόν τον τρόπο η πνευματική και ηθική του κατάσταση να μην υπερτερεί του κατακτητή.Ο πόλεμος πρέπει να διεξάγεται με τη δίκαιη οργή και όχι με την κακία, την πλεονεξία και το πάθος  (Α Ιω. 2. 16) και άλλα γεννήματα της κόλασης. Μία ορθότερη αξιολόγηση του πολέμου ως άθλου ή αντίθετα ως ληστείας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με βάση την ανάλυση της ηθικής κατάστασης των μαχόμενων. «μὴ ἐπίχαιρε ἐπὶ νεκρῷ, μνήσθητι ὅτι πάντες τελευτῶμεν», αναφέρει η Αγία Γραφή (Συρ. 8. 8). Η ανθρωπιστική στάση των χριστιανών απέναντι στους τραυματίες και στους αιχμάλωτους βασίζεται στα λόγια του Αποστόλου: «ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. 12. 20-21).
VIII.4. Στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου ο μαύρος δράκος καταπατείται από τις οπλές του αλόγου, το οποίο πάντα απεικονίζεται με βαθύ κόκκινο χρώμα. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται παραστατικά ότι το κακό και ο αγώνας εναντίον του πρέπει να ξεχωρίζουν σαφέστατα, διότι είναι σημαντικό μαχόμενοι κατά της αμαρτίας να μην γίνουμε μέτοχοι της. Σε όλες τις ζωτικές περιπτώσεις, οι οποίες συνδέονται με την ανάγκη άσκησης βίας, η καρδιά του ανθρώπου δεν πρέπει να κυριαρχείται από τις κακές επιθυμίες, οι οποίες την καθιστούν συγγενή με τα πονηρά πνεύματα και με τα όμοια τους. Μόνο η νίκη κατά του κακού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου του προσφέρει τη δυνατότητα μιας δίκαιης εφαρμογής της βίας. Αυτή η άποψη, η οποία καθιερώνει την κυριαρχία της αγάπης στις ανθρώπινες σχέσεις, απορρίπτει κατηγορηματικά τη θεωρία της μη αντίστασης στο κακό με τη βία. Ο ηθικός χριστιανικός νόμος δεν καταδικάζει τον αγώνα κατά του κακού, ούτε την εφαρμογή βίας απέναντι στο φορέα του ούτε ακόμα και την αφαίρεση ζωής ως έσχατο μέσο, αλλά την κακία της ανθρώπινης καρδιάς, την επιθυμία ταπείνωσης και της απώλειας οποιουδήποτε.
Σε σχέση με τα παραπάνω η Εκκλησία ανέλαβε την ιδιαίτερη φροντίδα για τους στρατιώτες, διαπαιδαγωγώντας αυτούς μέσα στο πνεύμα της πιστότητας στα υψηλά ηθικά ιδεώδη. Η σύμβαση συνεργασίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Όργανα Τάξεως, η οποία έχει συναφθεί από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ανοίγει μεγάλες δυνατότητες για την υπέρβαση των τεχνητών εμποδίων για την επιστροφή των στρατιωτών στις διαχρονικά καθιερωμένες ορθόδοξες παραδόσεις της διακονίας της Πατρίδας. Οι ορθόδοξοι ποιμένες, οι οποίοι επιτελούν την ιδιαίτερη διακονία στο στρατό, καθώς και στα μοναστήρια και στις ενορίες, καλούνται να ποιμαίνουν τους στρατευμένους φροντίζοντας για την ηθική τους κατάσταση.
Ρώσος Στρατιωτικός Ιερέας
VIII.5. Στη βάση της χριστιανικής κοσμοθεωρίας ευρίσκονται οι υποσχέσεις του Θεού, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την Αγία Γραφή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αυτές οι υποσχέσεις, που προσδίδουν το πραγματικό νόημα της ιστορίας, άρχισαν να πραγματοποιούνται στον Ιησού Χριστό. Για τους οπαδούς Του ο κόσμος αποτελεί το ευλογημένο Θείο δώρο, περί του οποίου προσευχόμαστε και το οποίο παρακαλούμε τον Κύριο για τον εαυτό μας και για όλους τους ανθρώπους.  Η βιβλική κατανόηση του κόσμου είναι ασυγκρίτως ευρύτερη της πολιτικής. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος υποδεικνύει ότι  «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φλπ. 4. 7). Είναι ασυγκρίτως υπεράνω εκείνης η ειρήνης, την οποία οι άνθρωποι δύνανται να δημιουργήσουν με τις δικές τους προσπάθειες. Η ειρήνη του ανθρώπου με τον Θεό, με τον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους δεν ξεχωρίζει η μια από την άλλη.
Στους παλαιοδιαθηκικούς προφήτες η ειρήνη αναπαρίσταται ως η κατάσταση, στην οποία καταλήγει η ιστορία: «καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφω…καὶ οὐ μὴ κακοποιήσουσιν, οὐδὲ μὴ δύνωνται ἀπολέσαι οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, ὅτι ἐνεπλήσθη ἡ σύμπασα τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον ὡς ὕδωρ πολὺ κατακαλύψαι θαλάσσας» (Ησ. 11. 6-9). Αυτό το εσχατολογικό ιδεώδες συνδέεται με την αποκάλυψη του Μεσσία, το όνομα του οποίου είναι «ἄρχων εἰρήνης» (Ησ. 9. 6). Ο πόλεμος και η βία θα εξαφανισθούν από τη Γη: «καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν» (Ησ. 2. 4). Άλλωστε η ειρήνη δεν είναι μόνο το δώρο του Κυρίου, αλλά και ο σκοπός της ανθρωπότητας. Η Βίβλος δίνει την ελπίδα για την πραγματοποίηση της ειρήνης με τη βοήθεια του Θεού μέσα στα όρια της επίγειας μας ύπαρξης.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Προφήτη Ησαΐα η ειρήνη είναι ο καρπός της δικαιοσύνης (Ησ. 32. 17). Η Αγία Γραφή αναφέρει και τη δικαιοσύνη του Θεού,  όπως και τη δικαιοσύνη του ανθρώπου. Και οι δυο έχουν σχέση με τη διαθήκη, την οποία σύναψε ο Θεός με τον περιούσιο λαό (Ιερ. 31. 35). Στα πλαίσια αυτά η δικαιοσύνη εκλαμβάνεται κυρίως ως πιστότητα στις συμμαχικές σχέσεις. Όσο οι άνθρωποι παραβιάζουν την ένωση με τον Θεό, δηλαδή όσο είναι άδικοι, τόσο στερούνται του καρπού της δικαιοσύνης, δηλαδή της ειρήνης. Ταυτόχρονα ένα από τα βασικά στοιχεία του Σιναϊτικού νόμου ήταν η απαίτηση μιας δίκαιης αντιμετώπισης του πλησίον. Οι εντολές του νόμου απέβλεπαν όχι στον επαχθή περιορισμό της ελευθερίας του προσώπου, αλλά στην οικοδόμηση της ζωής της κοινωνίας πάνω στην αρχή της δικαιοσύνης για την επίτευξη της σχετικής ειρήνης, της τάξεως και της ηρεμίας. Για το Ισραήλ αυτό σήμαινε ότι η ειρήνη στην κοινωνική ζωή πραγματοποιείται όχι από μόνη της, χάρη σε κάποιες φυσικές νομοτέλειες, αλλά είναι εφικτή πρώτα από όλα ως δώρο της Θείας δικαιοσύνης και, δεύτερον, ως καρπός των θρησκευτικών προσπαθειών του ανθρώπου, δηλαδή της πιστότητάς του στον Θεό. Όπου οι άνθρωποι ανταποκρίνονται με ευγνωμοσύνη και πιστότητα στη Θεία δικαιοσύνη, εκεί «ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν» (Ψαλ. 84. 11). Άλλωστε η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης μας προσφέρει πολλά παραδείγματα απιστίας και αμαρτωλής αγνωμοσύνης του περιούσιου λαού. Αυτό αποτέλεσε αφορμή για τον Προφήτη Ιερεμία να υποδείξει το λόγο της απουσίας της ειρήνης στο Ισραήλ, όπου πάντα ακούγεται: «εἰρήνη, εἰρήνη. καὶ ποῦ ἐστιν εἰρήνη;» (Ιερ. 6. 14). Η προφητική έκκληση προς τη μετάνοια ακούγεται ως άσμα πιστότητας του Θεού. Παρά τις αμαρτίες του λαού ο Θεός υπόσχεται να συνάψει με αυτόν την «καινή διαθήκη» (Ιερ. 31. 31).
Η ειρήνη στην Καινή Διαθήκη, όπως και στην Παλαιά, θεωρείται δώρο Θείας αγάπης. Ταυτίζεται με την εσχατολογική σωτηρία. Ο άχρονος χαρακτήρας της ειρήνης, η οποία κηρύχθηκε από τους προφήτες, είναι ιδιαίτερα εμφανής στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Στην ιστορία συνεχίζει να επικρατεί η θλίψη, αλλά στον Χριστό οι πιστοί έχουν την ειρήνη (Ιω. 14. 27, 16. 33). Η ειρήνη στην Καινή Διαθήκη είναι η ομαλή ευλογημένη κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία ελευθερώθηκε από τη σκλαβιά της αμαρτίας. Οι ευχές «χάριτος και ειρήνης» στα προοίμια των επιστολών του Αποστόλου Παύλου αυτό ακριβώς εννοούν. Αυτή η ειρήνη είναι το δώρο του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. 15. 13, Γαλ. 5. 22). Η κατάσταση της συμφιλίωσης με τον Θεό είναι η ομαλή κατάσταση του κτίσματος «οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεὸς, ἀλλὰ εἰρήνης» (Α Κορ. 14. 33). Ψυχολογικά αυτή η κατάσταση εκφράζεται στην εσωτερική ευταξία της ψυχής, όταν η χαρά και η ειρήνη στην πίστη (Ρωμ. 15. 13) γίνονται σχεδόν συνώνυμα.
Ρώσος ιερέας του Πολεμικού Ναυτικού
Η κατά τη χάρη του Θεού ειρήνη χαρακτηρίζει τον εσωτερικό και εξωτερικό βίο  της Εκκλησίας. Όμως το ευλογημένο δώρο της ειρήνης εξαρτάται και από τις ανθρώπινες προσπάθειες. Τα δώρα τους Αγίου Πνεύματος φανερώνονται μόνο εκεί όπου υπάρχει η ανταπόδοση της ανθρώπινης καρδιάς, η οποία στη μετάνοια στρέφεται προς τη δικαιοσύνη του Θεού. Το δώρο της ειρήνης εκδηλώνεται όταν οι χριστιανοί επιζητούν την απόκτησή του «ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες… τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α Θεσ. 1. 3). Η επιδίωξη της ειρήνης από κάθε ξεχωριστό μέλος του σώματος του Χριστού πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το χρόνο και τις συνθήκες ζωής και ως αρεστή στον Κύριο (Μτθ. 5. 9) καρποφορεί όπου και αν επιτελείται. Η ειρήνη ως Θείο δώρο, το οποίο μεταμορφώνει τον εσωτερικό άνθρωπο, πρέπει να εκδηλώνεται και προς τα έξω. Πρέπει να το διατηρούμε και να το αναθερμάνουμε (Β Τιμ. 1. 6), και για αυτό το λόγο το ειρηνοποιό έργο  αποτελεί σκοπό της Εκκλησίας του Χριστού: «εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12. 18), προσπαθήστε «τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Εφ. 4. 3). Η καινοδιαθηκική έκκληση προς το ειρηνοποιό έργο βασίζεται στο προσωπικό παράδειγμα του Σωτήρα και στη διδασκαλία Αυτού. Και εάν οι εντολές Του για τη μη αντίσταση στο κακό (Μτθ. 5. 39), για την αγάπη προς τους εχθρούς (Μτθ. 5. 44) και τη συγχώρεση (Μτθ. 6. 14-15) απευθύνονται πρώτα από όλα στο πρόσωπο, η εντολή για την ειρήνευση «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Μτθ. 5. 9) έχει άμεση σχέση με την κοινωνική ηθική.
H Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία επιτελεί την ειρηνευτική της διακονία τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, προσπαθώντας να επιλύσει τις διάφορες αντιθέσεις και να οδηγήσει τους λαούς, τις εθνικές ομάδες, τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές δυνάμεις στη συμφωνία.  Για την επίτευξη αυτού του σκοπού απευθύνει το λόγο της στους άρχοντες και στα άλλα κοινωνικά στρώματα με μεγάλη επιρροή, όπως επίσης και καταβάλλει προσπάθειες για την οργάνωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εχθρικών πλευρών και για την παροχή βοήθειας στους ταλαιπωρημένους. Επίσης η Εκκλησία αντιστέκεται στην προπαγάνδα του πολέμου και της βίας όπως και στις διάφορες εκδηλώσεις του μίσους, το οποίο δύναται να προκαλέσει αδελφοκτόνες συγκρούσεις.

 https://mospat.ru/gr/
 https://mospat.ru/gr/documents/social-concepts/viii/


1 σχόλιο: