Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012



Η φρικτή ζωή των σκλάβων στις γαλέρες του 16ου  αιώνα


Μια μακροχρόνια αντιπαράθεση του Χριστιανικού κόσμου της Δύσεως με τη συνεχιζόμενη επιθετικότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ακολούθησε την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους το 1453. Ο αγώνας αυτός εκδηλώθηκε εντονότερα στη θάλασσα με τον Οθωμανικό στόλο να κυριαρχεί για πολλές δεκαετίες σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο, επί  Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (περ. 1475–1546) και με τους στόλους των δυτικών δυνάμεων, Βενετίας , Γένουας, Ισπανίας κλπ. να αναζητούν τρόπους για να ανακτήσουν τη χαμένη θαλασσοκρατορία τους.  Ηγετικές προσωπικότητες των δυτικών δυνάμεων στον αγώνα αυτόν αναδείχτηκαν ο Τζαν Αντρέα Ντόρια, στόλαρχος στην ατυχή  ναυμαχία της Πρέβεζας (1538) και  ο Δον Ζουάν Ντ΄ Αούστρια, θριαμβευτής στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου κατόρθωσε να καταστρέψει  ολοσχερώς τον οθωμανικό στόλο της εποχής το έτος 1571. 
Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου
Στον αγώνα αυτό επικράτησης οι δύο στόλοι, ο χριστιανικός και οθωμανικός, ανέπτυσσαν τεχνικές και μεθόδους πολέμου με σκοπό να βελτιώσουν την απόδοσή τους και να επικρατήσουν των αντιπάλων τους. Βασικό όπλο των στόλων της εποχής ήταν το βαριά εξοπλισμένο πλοίο, η γαλέρα, με μήκος που έφτανε τα 60 μέτρα και πλάτος από 5 έως  8 μέτρα. Παρά το σύγχρονο εξοπλισμό της με πυροβόλα όπλα και κανόνια η γαλέρα στα βασικά της χαρακτηριστικά ελάχιστα διέφερε από τις αντίστοιχες ρωμαϊκές γαλέρες, αλλά και τις αρχαίες αθηναϊκές τριήρεις, των οποίων υπήρξε φυσική εξέλιξη και συνέχεια. Η γαλέρα, πλοίο ισχυρό με μέσο βάρος 200 με 250 τόνους και πλήρωμα 350 άτομα περίπου είχε μέχρι και το 16ο αιώνα ως βασική κινητήρια δύναμη σκλάβους, συνήθως, κωπηλάτες, ενώ τα πανιά ελάχιστα χρησιμοποιούνταν την εποχή αυτή, σε ώρα ταξιδιού, όταν είχε ευνοϊκό άνεμο,  για να ξεκουράζονται κάπως οι κωπηλάτες, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν επί μονίμου βάσεως, αλλά κυρίως στην ώρα της μάχης που πάντα μάζευαν τα δύσχρηστα πανιά για να διευκολύνονται οι γαλέρες στους απότομους ελιγμούς και έδιναν εντατικό ρυθμό στους ερέτες.

Σκλάβοι σε Ρωμαϊκές γαλέρες
Η κατασκευή της γαλέρας, που ήταν σχεδιασμένη για πολεμικές επιχειρήσεις, ήταν στενόμακρη για να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα, είχε 25 μεγάλα κουπιά σε κάθε πλευρά, μήκους 14 μέτρων το καθένα, τα οποία τραβούσαν πέντε ή έξι κωπηλάτες καθισμένοι σε πάγκους, αλυσοδεμένοι από τον αστράγαλο, οι οποίοι έτρωγαν, κοιμούνταν, ζούσαν ή πέθαιναν στην ίδια αυτή θέση που καταλάμβανε χώρο 45 εκατοστών περίπου. Η ομοιόμορφη κίνηση των κωπηλατών γινόταν με σφυρίγματα ή βουρδουλιές και έπρεπε όλοι μαζί να σηκώνονται και να κάθονται απότομα τραβώντας με δύναμη το κουπί και δίνοντας ώθηση στη γαλέρα. Στην ένταση της μάχης, όταν οι ανάγκες για ταχύτητα, μεταβολή κατεύθυνσης ή κίνησης ΄΄όπισθεν΄΄ γίνονταν επιτακτικές η σφυρίχτρα δεν αρκούσε για να δώσει παραγγέλματα και έπαιρνε τη θέση της το μαστίγιο. Όταν τα χτυπήματα πύκνωναν και τα βασανιστήρια γίνονταν ανυπόφορα επιτρεπόταν στους κωπηλάτες να κάνουν χρήση ενός πώματος από φελλό, το οποίο είχαν κρεμασμένο στο λαιμό τους και να το σφίγγουν ανάμεσα στα δόντια τους για να αντέχουν τον πόνο. Ουσιαστικά οι κωπηλάτες, που αποτελούσαν τα τρία τέταρτα του πληρώματος ζούσαν σε μία κόλαση, εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες, αφού πάνω τους δεν υπήρχε κατάστρωμα παρά μόνο μια τέντα, μέσα σε βρωμιές και ακαθαρσίες, με ποντίκια να κυκλοφορούν ελεύθερα, σε μια ατμόσφαιρα ανυπόφορης δυσωδίας πέρα από τη σκληρή και βασανιστική εργασία στην οποία μόνιμα υποβάλλονταν. Από τις διάφορες ναυτικές δυνάμεις της εποχής μόνο οι Ιππότες της Μάλτας είχαν μια σπάνια για την εποχή αίσθηση υγιεινής και έβγαζαν κατά διαστήματα τις γαλέρες τους στα ρηχά για να τις καθαρίσουν. Οι ευγενείς που συνόδευαν συχνά τα πλοία μπορεί να απέφευγαν να βλέπουν το δυσάρεστο αυτό θέαμα δε μπορούσαν όμως να αποφύγουν τη βαριά δυσάρεστη οσμή που αναδυόταν μέρα και νύχτα από το δυστυχισμένο εκείνο πλήθος, ιδιαίτερα όταν είχε άπνοια ή αντίθετο άνεμο. Από την εποχή μάλιστα αυτή άρχισε να εμφανίζεται  και η μεσογειακή συνήθεια της χρήσης έντονων ανδρικών αρωμάτων από τους ναυτικούς για το λόγο ακριβώς της εξουδετερώσεως της δυσοσμίας αυτής. Το σύνηθες πλήρωμα μιας γαλέρας, όπως το γνωρίζουμε από την ακριβή περιγραφή του πληρώματος του Τζαν Αντρέα Ντόρια, περιλάμβανε πέρα από τον καπετάνιο, τον αρχηγό του πεζικού, ένα σημαιοφόρο, δύο εκπροσώπους των ευγενών, 3 εργάτες, 2 τσιράκια, 2 αρχιβομβαρδιστές, 4 βομβαρδιστές, έναν  ιερέα, έναν γιατρό, 8 λοστρόμους, 30 ναύτες, 100 στρατιώτες και 200 κωπηλάτες. Οι αξιωματικοί και οι σπάνιοι επιβάτες έμεναν στα ελάχιστα δωμάτια που υπήρχαν στη πρύμνη του πλοίου, το πλήρωμα όπου έβρισκε καθώς δεν υπήρχαν πάγκοι ή ιδιαίτεροι χώροι και οι κωπηλάτες κοιμόνταν πάνω στους πάγκους τους αλυσοδεμένοι. Η τροφή τους ειδικά σε περιόδους πολέμου, οπότε επέβαιναν και στρατιωτικά τμήματα, ήταν πάντα περιορισμένη και περιλάμβανε για τους κωπηλάτες 850 γραμμάρια γαλέτα την ημέρα και μια σούπα από φάβα χωρίς λάδι κάθε δεύτερη ημέρα, ενώ κρέας και κρασί δικαιούνταν τέσσερις φορές το χρόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τις απόκριες. Αντίθετα το πλήρωμα και οι στρατιώτες δικαιούνταν πέρα από τη γαλέτα και τη σούπα μια μερίδα κρασί και 200 γραμμάρια κρέας ή παστό ψάρι την ημέρα. Το νερό και το κρασί δύσκολα αποθηκεύονταν και ιδίως το νερό είχε πάντα μία άσχημη γεύση από τα ξύλινα βαρέλια, αφού τα γυάλινα δοχεία δεν ήταν πάντα διαθέσιμα.  Γι αυτό άλλωστε υπήρχε ανάγκη για συχνές στάσεις  ανεφοδιασμού με φρέσκο πόσιμο νερό. Το σιτηρέσιο βέβαια διαφοροποιείτο αν αντί για καταδίκους υπήρχαν ναυτικοί επί μισθό ή απλώς για να εξοφλήσουν χρέη. Η ζωή των ανθρώπων αυτών ήταν οπωσδήποτε καλύτερη, αφού αντιμετωπίζονταν ως μέλη του πληρώματος και χρησιμοποιούνταν συχνά και ως ένοπλοι στρατιώτες στις επιχειρήσεις, το λειτουργικό κόστος όμως της γαλέρας τότε ανέβαινε και το αποτέλεσμα στην ταχύτητα του πλοίου δεν ήταν τόσο ικανοποιητικό.


΄Κωπηλάτες σε Ισπανικές γαλέρες



  
Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, πέρα από το ενδιαφέρον της για κινητοποίηση και συντονισμό των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως για την αντιμετώπιση του μουσουλμανικού κινδύνου, γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε πάνω στις γαλέρες, αφού καθολικός ιερέας αποτελούσε συχνά μέλος του πληρώματος και φρόντιζε να προσαρμόζει τις εντολές της στις ανάγκες των ναυτικών. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες της εποχής ΄΄Χάρη σε ένα προνόμιο που παραχώρησε η Εκκλησία, στις γαλέρες ο επιβάτης που επιθυμεί να φάει φρέσκο μοσχαρίσιο ή κατσικίσιο κρέας που έκλεψαν στη στεριά οι στρατιώτες ή που έκλεψε ο ίδιος, μπορεί να το φάει ακόμα και τη Σαρακοστή κατά τη διάρκεια της νηστείας, την Παρασκευή, τις παραμονές των εορτών και όλες τις άλλες απαγορευμένες ημέρες. Μπορούν να το κάνουν χωρίς βάρος στη συνείδησή τους΄΄1. Το ενδιαφέρον βέβαια αυτό επιδεικνύονταν γιατί παρόλη τη σκληρότητα του ναυτικού επαγγέλματος υπήρχε πάντα στους ναυτικούς μια ιδιάζουσα θρησκευτικότητα αναμεμιγμένη με προλήψεις και δεισιδαιμονίες.
Το πρόβλημα, όμως, στις γαλέρες ήταν ότι μ΄ αυτές τις συνθήκες διαβίωσης υπήρχαν μεγάλες απώλειες κωπηλατών, οι οποίοι πέθαιναν συχνά από τη σκληρή ζωή, τη κακομεταχείριση και τις αρρώστιες. Αυτοί που τροφοδοτούσαν τις τάξεις των κωπηλατών ήταν κατάδικοι, φυλακισμένοι για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οι καλύτεροι όμως ερέτες ήταν πάντα οι ισοβίτες, που σύντομα αποδέχονταν τη μοίρα τους, προσαρμόζονταν στα βάσανα της γαλέρας και έτσι άντεχαν και απέδιδαν περισσότερο. Οι αιχμάλωτοι πολέμου, σκλάβοι μουσουλμάνοι, που συλλαμβάνονταν ή αγοράζονταν ήταν πάντα μια βασική πηγή κωπηλατών, με καλύτερα προσαρμοζόμενους  και πιο αποδοτικούς τους Μαυριτανούς (Βερβερίνους), ενώ οι Τούρκοι αιχμάλωτοι δεν απέδιδαν πολύ στην εργασία και οι περισσότεροι νέγροι πέθαιναν γρήγορα από μελαγχολία. Επειδή στις γαλέρες  πάντα υπήρχε ανάγκη μυϊκής δύναμης τα δικαστήρια της εποχής, λαϊκά και εκκλησιαστικά φρόντιζαν να στέλνουν με μεγάλη ευχέρεια  φυλακισμένους και καταδίκους στις γαλέρες, τους ονομαζόμενους γι αυτό γαλερίτες.  Η Ιερά Εξέταση έκανε πολλή δουλειά.  ΄΄Μάγοι, πλαστογράφοι, αγύρτες, δολοφόνοι, Εβραίοι, αιρετικοί, ομοφυλόφιλοι, βέβηλοι ιερείς, ασεβείς ποιητές, «καταραμένοι καλλιτέχνες», μοιχοί και απλοί βλάσφημοι- η βλασφημία, όπως και η διγαμία, επέφερε ποινή δέκα χρόνων στο κουπί- βρίσκονταν μαζί, αλυσοδεμένοι στον πάγκο της κωπηλασίας για απροσδιόριστο χρόνο, γιατί εξάλλου ένας καπετάνιος με έλλειψη κωπηλατών είχε την ευχέρεια να τους κρατήσει όσο χρόνο επέλεγε ο ίδιος΄΄, αναφέρουν  πηγές της εποχής2.
Ενώ όμως τις γαλέρες των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως φρόντιζε  να τις τροφοδοτεί η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία με την αποστολή άφθονων καταδικασμένων αιρετικών και άλλων αμαρτωλών, με το σκεπτικό να βασανιστεί εδώ το σώμα τους για να σωθεί στην άλλη ζωή η ψυχή τους, είναι αξιοσημείωτο και εντυπωσιακό το ενδιαφέρον κάποιων απεσταλμένων μισιοναρίων της στην Ανατολή, Ιησουϊτών και  αργότερα Καπουκίνων μοναχών, για την τύχη των χιλιάδων χριστιανών σκλάβων που είχαν αιχμαλωτιστεί και υπηρετούσαν ως ισόβιοι κωπηλάτες στις τουρκικές γαλέρες. Ακόμα και μέσα στις μεγαλύτερες σκοπιμότητες και προπαγάνδες μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι ειλικρινείς, με προσφορά και αυτοθυσία. Οι Ιησουΐτες που ήταν εγκατεστημένοι στο Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως επισκέπτονταν τακτικά τον τουρκικό ναύσταθμο (Bagno) και πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στους δυστυχείς εκείνους ανθρώπους, ιδίως όμως τους πρόσφεραν διέξοδο στα βάσανά τους την πίστη και την ελπίδα. Υποβλητικές και γεμάτες από μυστικισμό και έξαρση προς το θείο περιγράφονται από αυτόπτες μάρτυρες οι βραδινές ή νυχτερινές λειτουργίες, που τελούσαν οι Ιησουΐτες, μέσα στον τόπον εκείνο της δυσωδίας και της κοινωνικής αθλιότητας. Οι ψαλμωδίες, οι εξομολογήσεις, η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας μέσα στη νύχτα, αφού τότε μόνο έβρισκαν κάποια ελευθερία οι σκλάβοι, δονούσαν τα εξουθενωμένα νεύρα τους, συγκλόνιζαν τις κουρασμένες ψυχές τους, τους έφερναν δάκρυα στα μάτια και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, τους δημιουργούσαν θρησκευτικό παραλήρημα και  παραισθήσεις και τους έκαναν να ζουν στιγμές υπερκόσμιες3. Η ίδια δράση των Ιησουϊτών επεκτεινόταν και στις γαλέρες που ήταν προσορμισμένες στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα στους σκλάβους κωπηλάτες. Τόσο μεγάλη ήταν η αφοσίωση που έδειχναν στο φιλανθρωπικό έργο τους οι Ρωμαιοκαθολικοί αυτοί μοναχοί ώστε, όπως βεβαιώνει ο μακαριστός καθηγητής, υποβάλλονταν σε μόχθους, ταλαιπωρίες και κινδύνους, ιδίως κατά την περιποίηση των ασθενών, ώστε έβρισκαν κάποτε και οι ίδιοι το θάνατο στη προσπάθειά τους να ανακουφίσουν τους ασθενείς. Αλλά και σε άλλα λιμάνια έκαναν το ίδιο.  Οι ίδιοι οι σημερινοί Ιησουΐτες ομολογούν πως ένα από τα κριτήρια επιλογής των τόπων στους οποίους εγκαταστάθηκαν τότε αποστολές Ιησουϊτών στην Ανατολή ήταν τα λιμάνια, όπου διαχείμαζαν οθωμανικές γαλέρες με χριστιανούς κωπηλάτες. Έτσι ίδρυσαν σταθμούς στη Σμύρνη, τη Χίο, τη Νάξο, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Χαλκίδα, τη Κύπρο κ.α. για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους χριστιανούς σκλάβους των πλοίων. Φρόντιζαν ακόμη για τον εφοδιασμό όσων απελευθερώνονταν με εξαγορά ή όσων δραπέτευαν από τις γαλέρες και ήθελαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, ενώ οργάνωναν ολόκληρο δίκτυο διαφυγής και διασώσεώς τους.

                Ενώ όμως τα χρόνια περνούσαν και τα μαρτύρια των σκλάβων συνεχίζονταν, τόσο από την πραγματική ανάγκη κίνησης των πλοίων όσο και από την απάνθρωπη ορθολογιστική προσπάθεια μείωσης του όποιου λειτουργικού κόστους, που πάντα αδιαφορεί για το πόσο ανθρώπινο πόνο μπορεί να προκαλέσει αρκεί να εξασφαλιστεί φτηνή κινητήριος, μυϊκή εν προκειμένω, δύναμη, έρχεται η ίδια η ζωή και η ιστορία να δώσει λύση στο μαρτύριο των χιλιάδων σκλάβων των γαλερών. Από το 17ο αιώνα, και ουσιαστικά μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, άρχισε να διαφοροποιείται ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου και η κίνηση των πλοίων στράφηκε προς την ιστιοπλοΐα, η οποία εξελίχτηκε σε αποκλειστική κινητήριο δύναμη των πλοίων και επιδέξια ναυτική τέχνη, όπως αναδείχτηκε τους επόμενους αιώνες μέχρι και αυτή να παραδώσει την σκυτάλη στο σίδερο και τον ατμό που επικράτησαν ολοκληρωτικά στην πολεμική και εμπορική ναυσιπλοΐα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Όσοι βασανίστηκαν τόσους αιώνες στα κάτεργα αυτά των γαλερών ασφαλώς δεν ήταν όλοι κακούργοι ή άξιοι της τύχης τους εγκληματίες. Υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου, τίμιοι ναυτικοί εξανδραποδισμένοι από πειρατές ή κουρσάρους, ανθρώπινη σάρκα πουλημένη σαν εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ακόμα όμως και οι αιρετικοί, οι αμαρτωλοί και οι εγκληματίες οι καταδικασμένοι στο κουπί, δεν έπαυαν να είναι άνθρωποι που διέπραξαν ίσως κάποια λάθη στη ζωή τους και κανείς από αυτούς δεν άξιζε μια τέτοια απάνθρωπη μεταχείριση. Ούτε για τον εχθρό του δε μπορεί κανείς να εύχεται μια τέτοια τύχη πολύ περισσότερο να επιβάλει ο ίδιος τέτοια βασανιστήρια σε ανθρώπινα πλάσματα. Δε μπορεί επίσης στο όνομα της οποιασδήποτε σκοπιμότητας να δικαιολογήσει κανείς την πολιτική της τότε Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που συντηρούσε μια τέτοια βαναυσότητα έστω και με τον απώτερο σκοπό να ενισχύσει το χριστιανικό αγώνα εναντίον των απίστων ή για να ταλαιπωρήσει το σώμα των αμαρτωλών για να σωθεί μετά θάνατον η ψυχή τους. Ούτε φυσικά οι οποιεσδήποτε ανθρωπιστικές ενέργειες και αλτρουϊστικές πράξεις μεμονωμένων προσώπων, εν προκειμένω των Ιησουϊτών, μπορούν να αμνηστεύσουν εγκληματικές πράξεις ή παραλήψεις άλλων ομοδόξων τους. Ας ευχηθούμε να μην υπάρξουν άλλες εποχές με τέτοια σκληρή μεταχείριση ανθρώπου από άνθρωπο ούτε και υποκριτική αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο που υπάρχει και σήμερα αρκετός σε κάποια μέρη του πλανήτη μας.

Ένας βαρώνος σκλάβος στις τουρκικές γαλέρες

Μια αποκαλυπτική εικόνα των συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν στις γαλέρες του Οθωμανικού Ναυτικού κατά τον 16ο  αι., μας παρέχει ο βαρώνος Βέγκεσλα Βρατισλάφ φον Μήτροβιτς, Ναυτικός Ακόλουθος στην Αυστριακή πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος συνελήφθη από τους Τούρκους το 1591 και ερρίφθη μαζί με άλλους καταδίκους και σκλάβους ως κωπηλάτης σε τουρκική γαλέρα. Προσέξτε ότι τα βάσανα ενός ανθρώπου στη θέση αυτή αυξάνονταν όχι τόσο από την αναγκαιότητα διεξαγωγής του πολέμου, αλλά από την απάνθρωπη σκληρότητα και αδιαφορία του βασανιστή για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλούσε έστω και σ΄ έναν εχθρό του.

«...Ωδηγήθημεν επί της γαλέρας, μεγάλου πολεμικού πλοίου, υπό την επίβλεψιν προσεκτικής φρουράς. Ο δε Αχμέτ – Ρεϊς, (πλοίαρχος) κυβερνήτης του πλοίου, Χριστιανός γεννηθείς εις Ιταλίαν και κατόπιν μεταστραφείς εις Τούρκον, μας παρέλαβεν αμέσως και διέταξεν όλους να μας αλυσοδέσουν επί των κωπών. Το πλοίον ήτο ευμέγεθες και εσωτερικώς αυτού πέντε φυλακισμένοι ήτο δυνατόν να κάθηνται εφ’ ενός θρανίου και να κωπηλατούν όλοι συγχρόνως. Απίστευτον πόσον μεγάλη είνε η αθλιότης της κωπηλασίας επί της γαλέρας· ουδέν έργον εις τον κόσμον δύναται να είνε σκληρότερον· διότι αλυσσοδένουν έκαστον φυλακισμένον με τον ένα πόδα υπό το κάθισμά του και τον αφίνουν ελεύθερον να κινηθή τόσον, ώστε να φθάνη το θρανίον και να κωπηλατή. Ως εκ του μεγάλου καύσωνος είναι αδύνατον να κωπηλατήση  τις άλλως πως ή γυμνός ούτε να φέρει επί του σώματος άλλο τι πλην λινής περισκελίδος. Οσάκις δε τοιούτον πλοίον διέλθη τα Δαρδανέλλια και εξέλθη εις το ανοικτόν πέλαγος, εις τας χείρας εκάστου αιχμαλώτου θα διαπερασθούν σιδηροί δακτύλιοι, ίνα μην δύναται να αντισταθή και αμυνθή κατά των Τούρκων. Ούτω λοιπόν ο αιχμάλωτος, σιδηροδέσμιος εις χείρας και πόδας, οφείλει νυχθημερόν να κωπηλατή πλην περιπτώσεων τρικυμίας, και μέχρις ότου το δέρμα του καή ως του καψαλισμένου χοίρου και διαρραγή εκ της θερμότητος. Ο ιδρώς τρέχει εντός των οφθαλμών και διαβρέχει ολόκληρον το σώμα εξ ων γεννάται υπερβολική αγωνία, ειδικώς εις ανθρώπους με χείρας μεταξωτάς μη εξοικειωμένας εις την εργασίαν επί των οποίων σχηματίζονται εκ των κωπών φλύκταιναι· εν τούτοις πρέπει να δοθεί η ταχύτης δια της κώπης, διότι, οσάκις ο διοικητής του πλοίου ίδη τινά να αναπνέη και να σταματά, τον κτυπά αμέσως με την μάστιγα των γαλερών δια τους δούλους ή με υγρόν σχοινίον εμποτισμένον εις την θάλασσαν, έως ότου του καλύψη το σώμα με αιματηρούς μόλωπας. Παρ’ όλα ταύτα ο αιχμάλωτος οφείλει να σιγά, ούτε καν να τον ατενίζη, ουδέ να είπη «Ωχ!» διότι ακολουθούν αμέσως διπλάσια κτυπήματα και, επί πλέον, αι ερεθιστικαί αύται φράσεις «-Α! σκύλε! διατί γογγύζεις, αντιλέγεις και οργίζεσαι;»
Ακριβώς ούτω συνέβη εις ένα των συντρόφων μας, Αυστριακόν ιππότην, μιξοπόλιον άνδρα, ο οποίος όταν του εκτύπησεν ο Τούρκος με την μάστιγα τους γυμνούς ώμους, εφώναξε δις ή τρις: «- Ωχ! μη με κτυπάς δι’ όνομα του Θεού!». Ο Τούρκος όμως·  ως μη εννοών την γλώσσαν που ωμίλει, εφαντάσθη ότι τον εβλασφήμει και εκτύπησεν ισχυρώς τον πτωχόν άθλιον ο οποίος υπεχρεώθη να μάθη την υπομονήν με τα υπόλοιπα κτυπήματα. Την υπερβολικήν εκείνην αθλιότητα ουδείς δύναται να διηγηθή ή να πιστεύση ότι το ανθρώπινον σώμα ταλαιπωρούμενον με παν είδος άλγους δύναται να υποφέρη και αντέχη τόσον πολύ. Εν πρώτοις εκ του υπερβολικού καύσωνος καθ’ όλην την ημέραν αισθάνεται ο άνθρωπος όχι μόνον ότι εισάγεται εντός κλιβάνου αλλ’ ότι και ψήνεται· δεύτερον οφείλει να κωπηλατή μέχρις ότου διαρραγούν τα οστά και αι φλέβες του· και τρίτον να αναμένη εν πάση στιγμή την κοινήν μάστιγα και το διάβροχον σχοινίον· πολλάκις δε ουτιδανοί ανόητοι Τουρκόπαιδες διασκεδάζουν με το να κτυπούν τους αιχμαλώτους, τον έναν μετά τον άλλον από θρανίου εις θρανίον και να γελούν μ’ εκείνους. Εις πάντα ταύτα ο αιχμάλωτος οφείλει όχι μόνον να λαμβάνη υπομονήν προ του ουτιδανού εκείνου και να συγκρατή την γλώσσαν του, αλλά και αν δύναται να τον φθάνη οφείλει να του ασπάζηται την χείρα ή τον πόδα και να παρακαλή τον αχρείον παίδα να μη οργισθή εναντίον του.
 Ως τροφή δίδονται μόνον δύο μικρά πλακούντια διπυρίτου. Οσάκις κατεπλέομεν εις νήσους κατοικουμένας υπό Χριστιανών ηδυνάμεθα ενίοτε να ζητώμεν ή αν είχωμεν χρήματα ν’ αγοράζομεν ημείς ολίγον οίνον και ενίοτε ολίγην σούπαν. Οσάκις επίσης παρεμένομεν επί 1,2,3 ή και περισσοτέρας ημέρας ηγκυροβολημένοι, επλέκομεν χειρόκτια και περιπόδια βαμβακερά, τα επωλούμεν και ηγοράζομεν ενίοτε επιπρόσθετον τροφήν την οποίαν ημείς αυτοί εμαγειρεύομεν επί του πλοίου. Αν και τα θρανία εις το πλοίον εκείνο ήσαν πως μικρά ουχ ήττον επί εκάστου τούτων εκάθηντο 5 εξ ημών σιδηροδέσμιοι.
Είχομεν δε και αφθονίαν φθειρών και κοριών, αλλά τα δέρματα και σώματά μας ήσαν ήδη τόσον κεκαλυμμένα εκ δηγμάτων και εψημένα εκ της θερμότητος του ηλίου ώστε ολίγον αισθανόμεθα την ενόχλησιν εκείνην. Έκαστος ημών είχε βεβαίως δύο κυανά υποκάμισα και μίαν ερυθράν μπλούζαν· άλλα ενδύματα δεν υπήρχον, αλλά και εκείνα τα εφορούμεν μόνον εν ώρα νυκτός. Η ζωή μας επί του πλοίου εκείνου ήτο αληθώς αθλιεστάτη και θλιβερωτάτη και χειροτέρα του θανάτου…»4.



[1] Μαρτυρία Παντέρο Παντέρα εν Αρίνγκο Πετάκο Ο Σταυρός και η Ημισέληνος, μτφ Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, Στέλλα Πεκιαρίδη, Ωκεανίδα, Αθήνα 2006, σ. 126.
[2] Αυτόθι σ. 123.                 
[3] Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Γ’ τομ., Θεσσαλονίκη 1968.
[4] Mitrowitz, Wegeslaw Wratislaw, von «Η Κωνσταντινούπολις κατά τον 16ο αιώνα 1591-1596» μτφ. Ιωάννου Επ. Δρύσκου, Τύποις Παπαπαύλου, Αθήνα 1920, σ. 143 – 145. Βλ. επίσης
http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/f/3/d/metadata-9346f9f0433c54c9b76caeabcf61a7ad_1284115785.tkl
καθώς και http://perialos.blogspot.com/2011/10/blog-post_04.html



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου